Ένας τίμιος μπάτσος! Ο Φρανκ Σέρπικο μίλησε σε Έλληνα δημοσιογράφο!
https://www.tayromaxos.gr/2014/04/blog-post_17.html
Ήταν ο μπάτσος που έσπασε το μπλε τείχος της σιωπής. Εκείνος
που αποκάλυψε τη διαφθορά της νεοϋορκέζικης αστυνομίας. Ο κόσμος τον
γνώρισε το 1973 από την ερμηνεία του Αλ Πατσίνο στην ταινία «Σέρπικο».
Στο πρόσωπό του κουβαλά ακόμη τα θραύσματα μιας σφαίρας στο μέγεθος
κόκκων πιπεριού. Τον συναντήσαμε στα δάση της Νέας Υόρκης, όπου ζει σαν
ερημίτης και γράφει ένα βιβλίο για την ιστορία του. Ίσως στις σελίδες
του ο Φρανκ Σέρπικο βρει την κάθαρση.
Πάνε σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε που ο Φρανκ Σέρπικο «μιλησε». Ξεσκέπασε ένα διεφθαρμένο κύκλωμα αστυνομικών στη Νέα Υόρκη. Αποκάλυψε τους χρηματισμούς, τους εκβιασμούς και τα
λαδώματα συναδέλφων του. Υποστήριξε την αλήθεια ακόμα κι αν συχνά αισθανόταν ότι έδινε τη μάχη μόνος, με κίνδυνο της ζωής του. Η κατάθεσή του στην επιτροπή Knapp οδήγησε σε εκτεταμμένες εκκαθαρίσεις στο σώμα και μετέτρεψε τον Σέρπικο σε παρία. Για τους συναδέλφους του ήταν ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος: «ένας τίμιος μπάτσος».
Το 1973 ο Αλ Πατσίνο έπαιξε το ρόλο του Σέρπικο στην ομώνυμη ταινία του Σίντνεϋ Λουμέτ. Για την ερμηνεία του κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα. Οι τίτλοι τέλους της ταινίας ανέφεραν ότι ο Σέρπικο ζει κάπου στην Ελβετία. Η περιπλάνηση του όμως στην Ευρώπη τελείωσε λίγα χρόνια αργότερα. Έζησε σα νομάς στο Μεξικό και τον Καναδά, μέχρι που εγκαταστάθηκε το 1980 σε μια καλύβα στα δάση της Νέας Υόρκης, δύο ώρες μακριά από το Μανχάταν. Δεν χρειάστηκε να δουλέψει. Τα δικαιώματα από την ταινία, αλλά και από τη βιογραφία του που έγραψε ο Πήτερ Μάας, εξασφάλισαν στον Σέρπικο μια άνετη ζωή. Ο ίδιος όμως επέλεξε την απομόνωση. Η καλύβα του δεν είναι μεγαλύτερη από ένα δωμάτιο. Ζεσταίνεται με μια ξύλινη σόμπα, δεν έχει τηλεόραση ή ίντερνετ και παίρνει το νερό του από ένα πηγάδι. Σπίτι του Σέρπικο είναι η φύση.
Δεν ήταν εύκολο να τον βρω. Δεν είχα διεύθυνση ή τηλέφωνο. Εδώ και χρόνια κρατά την τοποθεσία της καλύβας του κρυφή. Από ένα ρεπορτάζ της εφημερίδας «The New York Times» ήξερα ότι ζει κοντά στον ποταμό Χάντσον, στην επαρχία Κολούμπια. Και ότι γευματίζει συχνά σε ένα σούπερ μάρκετ με οργανικά τρόφιμα στο χωριό Harlemville, στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Αποφάσισα να πάω εκεί απρόσκλητος και να περιμένω με την ελπίδα ότι θα εμφανιστεί. Η πρώτη επίσκεψη ήταν μάταιη. Τέσσερις άκαρπες ώρες αναμονής. Η δεύτερη φορά όμως ήταν η τυχερή. «Μη μου πεις ότι είσαι εσύ;» με ρώτησε ο Σέρπικο ανασηκώνοντας το αριστερό του φρύδι. Τα λόγια είχαν τρέξει στο χωριό. Ήξερε ότι τον περίμενα εκεί σαν κατάσκοπος. «Δεν με αφήνετε ήσυχο εσείς οι δημοσιογράφοι. Θέλετε ακόμα να με ενοχλείτε», είπε, αλλά συμφώνησε να με συναντήσει στο ίδιο μέρος μια εβδομάδα αργότερα.
Επτά μέρες μετά τα χιόνια που κάλυπταν τα χωράφια έχουν λιώσει αποκαλύπτοντας μια άγονη γη, σα να τράβηξε κάποιος το πέπλο που έκρυβε την ασχήμια της. Και ο Σέρπικο έχει αλλάξει. Το μούσι του πύκνωσε και τα μαλλιά του δεν τα κρύβει πλέον μια τραγιάσκα, αλλά ένας καφετί σκούφος. Θυμίζει κάτι ανάμεσα σε θαλασσοδαρμένο πειρατή και Σέρλοκ Χολμς. Δύο ασημένοι κρίκοι στολίζουν τα αυτιά του και στο αριστερό χέρι φορά για δαχτυλίδι μια νεκροκεφαλή με κόκκινα μάτια. Κουβαλάει ένα γυάλινο μπουκάλι γεμάτο με ένα διάφανο υγρό. Θα μπορούσε να ‘ναι ρούμι, αλλά όπως λέει είναι νερό από το πηγάδι του. Γύρω από το λαιμό του κρέμεται ένας μεγενθυτικός φακός που χρησιμοποιεί για να δει τους αριθμούς στο κινητό του.
Λίγο πιο κάτω από το αριστερό του μάτι το πρόσωπό του είναι ελαφρώς πρησμένο και κόκκινο. Το 1971 σε μια έφοδο για ναρκωτικά μια σφαίρα καρφώθηκε σε αυτό το σημείο. Μέχρι σήμερα ο Σέρπικο κουβαλά τα θραύσματα της σφαίρας. Είναι κωφός στο αριστερό του αυτί και έχει νευρολογικά προβλήματα στο αριστερό του πόδι. Μου ζητά να κάτσω από τα δεξιά του και βάζει την παλάμη του σα χωνί γύρω από το αυτί του για να ακούει καλύτερα.
«Είναι δύσκολο να είσαι άντρας. Αλλά είναι ακόμα πιο δύσκολο να είσαι τίμιος άντρας», λέει. «Δεν μετάνιωσα όμως για ό,τι έκανα. Μη νομίζεις ότι έχασα τίποτα επειδή είπα την αλήθεια. Κατάφερα να διατηρήσω τον αυτοσεβασμό μου και έγινα το όνειρο μου. Έγινα ο αστυνομικός που φανταζόμουν».
Η νύχτα στο Μπρούκλιν
Ο Σέρπικο γεννήθηκε στο Μπρούκλιν από Ιταλούς γονείς. Ως ο μικρότερος γιος φορούσε τα παλιά ρούχα του αδερφού του και η μητέρα του μπάλωνε τις τρύπιες κάλτσες του, δεν αγόραζε καινούριες. «Μεγάλωσα σε μια βίαιη γειτονιά. Γυάλιζα παπούτσια από μικρός και αρκετές φορές με είχαν κλέψει. Γι’ αυτό ο αστυνόμος της γειτονιάς ήταν πρότυπο εξουσίας και δικαιοσύνης για εμένα», είχε δηλώσει ο Σέρπικο το 1971 σε ένα άρθρο στους «New York Times».
Αφού υπηρέτησε στο στρατό και ταξίδεψε σε αρκετές χώρες -ανάμεσά τους και στην Ελλάδα- ο Σέρπικο κατετάγη στην αστυνομία το 1959. Από τις πρώτες του αποστολές άρχισε να βλέπει γύρω του τη διαφθορά. «Είχα έναν αρχηγό που δεν έλεγε “μην πάρεις χρήματα”. Απλά έλεγε: “πρόσεχε μη σε πιάσουν”. Θυμάμαι υπήρχαν κάποιοι αστυνομικοί που σταματούσαν ένα αμάξι όταν παραβίαζε ένα STOP και έλεγαν στον οδηγό: “Τι έχεις να μου δώσεις;” Έπαιρναν ακόμα και σοκολάτες για να μην κόψουν κλήση. Τέτοια κατάντια. Σε μια περιπολία μου σταμάτησα έναν οδηγό που είχε περάσει με κόκκινο και όταν τον πλησίασα μου έδωσε το πορτοφόλι του με 35 δολάρια μέσα. Χάρηκα γιατί θα μπορούσα να τον πάω στο τμήμα για απόπειρα δωροδοκίας. Ο συνάδελφος όμως που βρισκόταν μαζί μου είπε ότι θα το κανονίσει. Μίλησε με τον οδηγό και επέστρεψε με τα χρήματα. Ήθελε και να τα μοιραστούμε…»
Ο Σέρπικο δεν πήρε ποτέ χρήματα. Οι συνάδελφοί του τον πίεζαν, αλλιώς δεν μπορούσαν να τον εμπιστευτούν. Το 1967 αποκάλυψε στο δημαρχείο και στα αρχηγεία της αστυνομίας την έκταση της διαφθοράς. Έδωσε ονόματα, μέρη, ημερομηνίες, αλλά δεν έγινε τίποτα. Επόμενη επιλογή του ήταν να μιλήσει στους «New York Times». Οι συνάδελφοί του τον απομόνωσαν. Δεν θα αργούσε η μέρα που όταν ο Σέρπικο θα είχε την ανάγκη τους αυτοί δεν θα βρίσκονταν εκεί. Ή απλά θα αργούσαν να βοηθήσουν, όπως συνέβη τη νύχτα της 3ης Φεβρουαρίου του 1971 στο Μπρούκλιν, στη λεωφόρο Ντριγκς. «Θα μπαίναμε σε ένα σπίτι όπου γινόταν διακίνηση ηρωίνης. Με το που άνοιξα την πόρτα κάποιος την έσπρωξε από μέσα και μάγκωσε το χέρι μου στον ώμο. Κρατούσα ένα 38άρι. Με πυροβόλησε στο πρόσωπο και τον πυροβόλησα και εγώ. Έπειτα το όπλο του μπλόκαρε», λέει ο Σέρπικο.
Θυμάται έναν ισπανόφωνο άντρα, ένοικο της πολυκατοικίας, να του λέει ότι όλα θα πάνε καλά, ότι είχε καλέσει ασθενοφόρο. Οι συνάδελφοί του που ήταν εκεί δεν ζήτησαν ενισχύσεις. Έπειτα από λίγα λεπτά ο Σέρπικο άκουσε τα κλειδιά ενός αστυνομικού που ανέβαινε τις σκάλες. Ήρθε μόνο ένας για να τον σώσει. Κανονικά όταν τραυματίζοταν αστυνομικός έστελναν τότε στα κεντρικά το σήμα 1013 και ακολουθούσε βουητό από σειρήνες. Αργότερα, στην επίσημη αναφορά, ο Σέρπικο διάβασε ότι το σήμα που είχε φτάσει στα κεντρικά ήταν το 1010, που σημαίνει: «ακούστηκαν πυροβολισμοί, ερευνήστε». Ο ένοικος της πολυκατοικίας δεν είχε πει στο τηλέφωνο ότι ο Σέρπικο ήταν αστυνομικός. Δεν το ήξερε. Εκείνη τη νύχτα ο Σέρπικο και οι συνάδελφοί του είχαν πάει στην αποστολή με πολιτικά.
Η νέα ζωή
Με την περιγραφή αυτής της νύχτας ξεκινά το βιβλίο που ετοιμάζει ο Φρανκ Σέρπικο. Για τίτλο έχει επιλέξει το «Πριν Φύγω». Αν και υγιής, στα 74 του χρόνια σήμερα, φοβάται μήπως δεν προλάβει να πει την ιστορία του όπως αυτός θέλει. Καθημερινά γράφει στο χαρτί τις σκέψεις του και ορισμένες φορές την εβομάδα πληκτρολογεί τα κείμενά του σε υπολογιστές βιβλιοθηκών. Χρησιμοποιεί μόνο τους δύο δείκτες για να χτυπήσει τα πλήκτρα. «Δεν είναι εύκολο να γράψω αυτή την ιστορία», λέει. «Αλλά θέλω να την πω. Θέλω να πω τι συνέβη στη ζωή μου έπειτα. Πώς ταξίδεψα στην Ευρώπη και γνώρισα άλλους αστυνομικούς. Αυτό το βιβλίο θα είναι η κάθαρσή μου».
Ο Σέρπικο λέει ότι τον έχουν παρομοιάσει με τον Οδυσσέα. Ιθάκη του είναι η Αμερική. Γύρισε σ’ αυτήν όταν η γυναίκα που παντρεύτηκε στην Ολλανδία πέθανε από καρκίνο. Συχνά στην κουβέντα μας ο Σέρπικο ταξιδεύει από τη λογοτεχνία στη μουσική και από εκεί στην ποίηση. Δανείζεται φράσεις του Σαίξπηρ και χρησιμοποιεί λέξεις από διάφορες γλώσσες επιδεικνύοντας των γνωστικό του πλούτο σε ισπανικά, γαλλικά και ρώσικα.
Από τις κακόφημες γειτονιές του Μπρούκλιν, όπου κυκλοφορούσε ως μυστικός αστυνομικός ντυμένος σαν εργάτης, απατεώνας, ή ραβίνος, ο Σέρπικο έχει βρεθεί σε ένα μέρος ήρεμο, αποστειρωμένο, σχεδόν βαρετό. Το μαγαζί που γευματίζει βρίσκεται απέναντι από έναν παιδικό σταθμό. Οι περισσότερες γυναίκες κρύβουν τα πόδια τους με μακριές φούστες και όλοι -μικροί και μεγάλοι- απαντούν στα πειράγματά του με χαμόγελο. Στο Harlemville τον φωνάζουν «Πάκο», το παρατσούκλι του με το οποίο ήταν γνωστός και στο Μανχάταν.
Ο Σέρπικο παίζει τη φυσαρμόνικα, χορεύει τανγκό και παίρνει μέρος στις θεατρικές παραστάσεις της κ. Πινκ στο σχολείο της περιοχής. Έχει και μια φίλη, μια 50χρονη γαλλίδα δασκάλα με ξανθά μαλλιά. Τρώει κυρίως λαχανικά και κουβαλάει στο παλτό του ένα μεταλλικό πηρούνι όποτε γευματίζει έξω. Δεν θέλει να χρησιμοποιεί πλαστικά σκεύη. Και το χάρτινο πιάτο όπου είχε την σαλάτα του δεν θα το πετάξει. Θα το πάρει σπίτι του, προσάναμα για τη φωτιά.
Ακόμα και τώρα όμως ο Σέρπικο διατηρεί τη ματιά του ντετέκτιβ. Στην πρώτη μας συνάντηση ανέκρινε τον Μέισον, έναν 8χρονο που κουβαλούσε μια θήκη βιολιού. Αφού τον ρώτησε πόσες ώρες παίζει καθημερινά και αν θέλει μια μέρα να παίξει στο Κάρνεγκι Χολ, γύρισε και μου είπε: «Ποιος ξέρει, μπορεί μέσα σ’ αυτή τη θήκη να κουβαλά κανά πολυβόλο».
Ο Σέρπικο κουβάλα μέχρι σήμερα το σήμα του ντετέκτιβ, που πήρε λίγο πριν φύγει από την αστυνομία με αναπηρική σύνταξη, αλλά και ένα περίστροφο. Συχνά προπονείται στη σκοποβολή. Τον ρωτάω αν υπάρχει κάτι που να τον φοβίζει. Κάτι από το οποίο θέλει να προστατευτεί. «Δεν φοβάμαι τίποτα. Μόνο η απληστία και η διαφθορά με τρομάζουν», λέει.
Ακόμα και σήμερα ο Σέρπικο λαμβάνει e-mails από αστυνομικούς από όλο τον κόσμο. «Μου λένε για τη διαφθορά που υπάρχει στη δουλειά τους. Πρόκειται για μια συνεχή μάχη. Είναι ένας πόλεμος για δικαιοσύνη και ελευθερία. Δεν πρόκειται να σταματήσει», λέει. Για τον Σέρπικο ο αστυνομικός πρέπει να δίνει το παράδειγμα. Να είναι κοντά στον πολίτη και όχι απέναντί του. Να μην θεωρεί ότι η στολή τον κάνει άτρωτο ή ανώτερο. «Και θα πρέπει να είναι ένα άτομο που έχει τα λογικά του. Δεν μπορείς να δώσεις ένα όπλο στον καθένα», λέει. Του θυμίζω την ιστορία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στην Ελλάδα. Του λέω πώς μια χώρα ξεσηκώθηκε μετά το θάνατο του 16χρονου μαθητή από τη σφαίρα του αστυνομικού. «Καλά έκαναν», μου λέει. «Ο κόσμος πρέπει να αντιδρά. Ο κόσμος πρέπει να διεκδικεί και να πιστεύει στη δύναμή του».
Αυτή η αντίδραση λείπει σύμφωνα με τον Σέρπικο από τη χώρα του σήμερα. Μου μιλάει για τη CIA, για το Ιράκ, για την τρομοκρατία και το Γκουαντάναμο. «Στην αστυνομία μάς έλεγαν να προσέχουμε τους άντρες με τα ωραία ρούχα και τη γλυκιά γλώσσα. Αυτοί είναι συνήθως οι απατεώνες. Ελπίζω και ο Ομπάμα να μην είναι ένας από αυτούς. Ελπίζω να έχει αξιοπρέπεια», λέει. Είναι τόσα πολλά που τον πνίγουν. Τόση αδικία γύρω του. Λέει ότι το αμερικανικό όνειρο είναι ένας μύθος. «Μόνο όποιος έχει χρήμα μπορεί να μιλήσει. Αλλιώς πώς θα ακουστείς αν είσαι φτωχός;».
Αν η ζωή του ακολουθούσε τα πρότυπα του Χόλιγουντ ο Σέρπικο θα ήταν σήμερα ήρωας. Δεν θα ζούσε σε μια ξεχασμένη καλύβα συντροφιά με τις αναμνήσεις του. Αντί για επιβράβευση ο Σέρπικο έλαβε από τους περισσότερους συναδέλφους του μίσος και περιφρόνηση. Το σήμα του ντετέκτιβ που τόσο πολύ ήθελε δεν του το παρέδωσαν στο νοσοκομείο όπως δείχνει η ταινία. Του το έδωσε ένας κλητήρας στα αρχηγεία της αστυνομίας, σα να του πασάρει ένα πακέτο τσιγάρα.
Η ταινία και ο Θεοδωράκης
Για χρόνια ο Σέρπικο δεν είχε βρει τη δύναμη να δει ολόκληρη την ταινία για τη ζωή του. Του ήταν δύσκολο να ξαναζήσει τις στιγμές. «Ο κόσμος νομίζει ότι είμαι ο Αλ Πατσίνο, κάνουν όμως λάθος», λέει. Μια από τις σκηνές που δεν αποδόθηκαν σωστά στο έργο είναι μία από τις πρώτες συλλήψεις που έκανε ο Σέρπικο ως μυστικός αστυνομικός. Στην ταινία ο ληστής είναι μαύρος. Στην πραγματικότητα όμως ο ληστής ήταν λευκός. «Απ’ ότι φαίνεται και το Χόλιγουντ έχει την ατζέντα του. Και να φανταστείς τότε ήταν πιο σπουδαίο να συλλάβεις λευκό. Τους μαύρους τους νόμιζαν για χαζούς. Θεωρούσαν ότι είναι εύκολο να τους πιάσεις. Για να καταλάβεις πόσο στενόμυαλοι και ρατσιστές ήταν», λέει ο Σέρπικο.
Ρωτάω τη γνώμη του για τη μουσική της ταινίας την οποία συνέθεσε ο Μίκης Θεοδωράκης και αρχίζει να μου σιγοτραγουδά: «ταρατατατά-ταρατατατά». «Έχω το CD. Μου το έδωσε κάποιος σαν δώρο», λέει. Την επομένη με παίρνει στο τηλέφωνο και βάζει να ακούσω τη Μαρία Φαραντούρη που τραγουδά το «Δρόμοι Παλιοί» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Μανώλη Αναγνωστάκη: «Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ/ κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες/ Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε». «Το ξέρεις…» μου λέει. «Αυτό το τραγούδι μιλάει για μένα. Μιλάει για τον Σέρπικο που περπατά μόνος τη νύχτα».
(Η παραπάνω συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» το Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010 Αυτή είναι η μοναδική φορά που ο Φρανκ Σέρπικο μίλησε σε Έλληνα δημοσιογράφο).
antapokritis.wordpress.com/
H δεύτερη συνέντευξη δόθηκε στον Μάκη Προβατά και δημοσιευτηκε στο BHmagazino την Κυριακή 14 Απριλίου
Το ραντεβού έχει κανονιστεί με λακωνικά, σχεδόν κρυπτογραφικά SMS. Η
συνάντηση έγινε σε μια μικρή πόλη 5.000 κατοίκων, δύο ώρες έξω από τη
Νέα Υόρκη, σε ένα παντοπωλείο-μίνι εστιατόριο με τοπικά βιολογικά
προϊόντα. Ο Φρανκ Σέρπικο, για τους φίλους «Πάκο», συχνάζει εκεί.
Περιμένοντάς τον, δεν μπορείς παρά να σκεφτείς τον Αλ Πατσίνο. Τα μούσια
που είχε αφήσει για να υποδυθεί την ιστορία του τίμιου μπάτσου στο έργο
«Σέρπικο» του Σίντνεϊ Λουμέτ το 1973, που συνοδευόταν από το σάουντρακ
του Μίκη Θεοδωράκη.
Ηταν η εποχή που ο Φρανκ Σέρπικο ήθελε να πει σε όλον τον κόσμο την ιστορία του. Την ιστορία του ασυμβίβαστου αξιωματικού της αστυνομίας που δεν ανέχτηκε το σύστημα, αλλά πάλεψε να το αλλάξει. Του αστυνομικού που μεταμφιεζόταν σε ραβίνο, άστεγο και βοηθό χασάπη, κυνηγώντας τα ναρκωτικά και το παράνομο χρήμα που διοχετευόταν και στους συναδέλφους του. Την ιστορία του αστυνομικού που προδόθηκε από το διεφθαρμένο σύστημα που καταπολεμούσε και πυροβολήθηκε στο πρόσωπο. Εχει ακόμη θραύσματα από τη σφαίρα μέσα στο κεφάλι του. Το μυαλό του, όμως, λειτουργεί ασταμάτητα.
Ηρθε ακριβώς στην ώρα του, βγαίνοντας από ένα μαύρο τζιπ και κρατώντας ένα βιβλίο του Επίκουρου («Letters and Sayings of Epicurus») από την Barnes & Noble Library of Essential Reading. «Φυσικά και διαβάζω Επίκουρο. Εδώ στην Αμερική οι άνθρωποι είναι ανόητοι και νομίζουν ότι ο Επίκουρος μιλάει για φαγητό και μεγάλες κοιλιές. Στην Ελλάδα, τουλάχιστον, γνωρίζετε για τον Επίκουρο ή πιστεύετε τα ίδια;».
Οι περισσότεροι Ελληνες μάλλον δεν έχουμε και πολύ ουσιαστική σχέση με τους αρχαίους... «Κατ’ αρχάς, να σου πω ότι θα μιλήσουμε ως τις 12.00, γιατί δεν νομίζω ότι έχω να πω πολλά πλέον. Επίσης να ξέρεις ότι, επειδή έχω ακόμη θραύσματα από τη σφαίρα στο κεφάλι μου, καμιά φορά ξεχνάω τι θέλω να πω».
Τι είναι αυτό που τιμάτε περισσότερο σε έναν άνθρωπο; «Το να είναι έντιμος και ηθικός».
Και αυτό που περιφρονείτε περισσότερο; «Το να είναι ανέντιμος και διεφθαρμένος».
Καλή απάντηση, αλλά μάλλον αναμενόμενη, όταν έρχεται από τον Φρανκ Σέρπικο... «Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις, αλλά δες τι υπάρχει πίσω από το αναμενόμενο. Αν υπάρχει διαφθορά, δεν μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη, και χωρίς δικαιοσύνη δεν μπορεί να χτιστεί και να σταθεί καμία κοινωνία. Χρειάζεται εντιμότητα και ηθική».
Οι αρχαίοι Ελληνες έδιναν όρκο και είχαν μόνον αυτόν. Αν τον τηρούσαν, ήταν αξιέπαινοι. Αν τον καταπατούσαν, ήταν κατάπτυστοι. Κάπως έτσι λειτουργήσατε και εσείς ως αστυνομικός; «Ο άνθρωπος πρέπει να δηλώνει ποιος είναι σε αυτή την κοινωνία με το παράδειγμά του, όχι με τα λόγια του».
Φαντάζομαι ότι διαρκώς θα σας ζητούν να δώσετε συμβουλές και να πείτε τη γνώμη σας στους νεότερους. Εχετε κάτι συγκεκριμένο που λέτε στους νέους ανθρώπους; «Οχι, δεν πιστεύω στα λόγια. Πιστεύω πως “Everything is by example”. Τα λόγια σου δεν έχουν καμία αξία αν δεν τα επαληθεύει το παράδειγμά σου».
Αυτό, ιδίως σε εμάς τους Eλληνες σήμερα, ισχύει για όλες τις πτυχές της ζωής μας... «Ναι, βέβαια. Επειδή με ενδιαφέρει η πολιτική και παρακολουθώ τι γίνεται και στην Ελλάδα, η κυβέρνησή σας πρέπει να αρχίσει να συμπεριφέρεται κάπως έτσι. Δίνοντας το καλό παράδειγμα. Οχι μιλώντας ή δηλώνοντας πράγματα που δεν τηρεί».
Η κοινωνία πρέπει μόνο να παίρνει παραδείγματα από κάποιους; Δεν οφείλει να δίνει; «Ακριβώς αυτό ήταν που με έκανε να φύγω από τη Νέα Υόρκη και την κοινωνία της, της δεκαετίας του ’70. Οταν η κοινωνία είναι διεφθαρμένη, δεν μπορεί να μην είναι διεφθαρμένη η αστυνομία. Το ίδιο καταλαβαίνω πως συμβαίνει τώρα και στην Ελλάδα. Ενώ η κοινωνία είναι χαλαρή σε θέματα ηθικής και δικαιοσύνης, απαιτεί να είναι αδιάφθορη η αστυνομία. Δεν γίνεται αυτό».
Δηλαδή πώς αντιλαμβάνεστε το σημερινό πρόβλημα των Ελλήνων; «Οτι πρέπει να επιστρέψετε στα βασικά. Δεν υπάρχει τίποτε κακό με τα βασικά. Απεναντίας. Την αγαπημένη μου ιστορία, που περιγράφει τη φιλοσοφία μου για τη ζωή, μου την έχει πει ένας Ελληνας».
Ποια είναι αυτή; «Ενας Αμερικανός βρέθηκε σε ένα ελληνικό νησί και είδε έναν γέρο να κάθεται κάτω από μια ελιά και να αγναντεύει τη θάλασσα. Τον ρωτάει ο Αμερικανός αν ξέρει σε ποιον ανήκουν όλα αυτά τα παραθαλάσσια οικόπεδα και ο γέρος τού απαντάει: “Είναι δικά μου”. “Μα εσύ, αν τα πουλήσεις, θα γίνεις πάρα πολύ πλούσιος”. “Και;” τον ρωτάει ο γέρος. “Και μετά θα μπορέσεις να αγοράσεις ένα πολύ μεγάλο σπίτι και ένα πολύ μεγάλο αυτοκίνητο και ό,τι άλλο θέλεις”. “E και; ” ξαναρωτάει ο γέρος. “Και θα ζήσεις μια πολύ ξένοιαστη ζωή”. “Δηλαδή σαν κι αυτή που ζω τώρα. Αρα γιατί να τα κάνω όλα αυτά;”. Καταλαβαίνεις; Αυτή η ιστορία είναι ακριβώς η ματιά που έχω για τη ζωή».
Ναι, αλλά ενώ συνήθως στους ανθρώπους αρέσει να λένε τέτοιες ιστορίες, στην πράξη δεν ακολουθούν το νόημά τους. «Εγώ το κάνω απόλυτα εδώ και 30 χρόνια. Να ξέρεις ότι σε ένα ή δύο χρόνια θα έχω φύγει από την Αμερική. Οι Αμερικανοί της ηλικίας μου είναι όλοι επιφανειακοί. Ανθρωποι οι οποίοι δεν έχουν ιδέα από την ουσία της ζωής».
Ελάτε στην Ελλάδα, όπου μπορεί να βρείτε ακόμη κάποιους ανθρώπους σαν και αυτόν της ιστορίας σας. «Μην αστειεύεσαι καθόλου. Η Ελλάδα είναι μία από τις πιο πιθανές επιλογές που έχω στο μυαλό μου».
Πιστεύετε στον Θεό; «Φυσικά πιστεύω. Σε έναν Θεό που υπάρχει για όλους τους ανθρώπους. Εγώ βαφτίστηκα και ανατράφηκα σύμφωνα με τις αρχές του χριστιανισμού, αλλά οι χριστιανοί είναι από τους μεγαλύτερους υποκριτές. Λένε “εμείς πιστεύουμε στον αληθινό Θεό”. Αλήθεια; Εσείς έχετε έναν αληθινό Θεό και οι άλλοι τι έχουν;».
Στην εκκλησία πηγαίνετε; «Οχι. Και ένας από τους λόγους για τους οποίους θέλω να ζω μόνος μου είναι γιατί από τη μία υπάρχουν υποκριτές που κάνουν τους κήρυκες του Θεού και από την άλλη υπάρχουν ανόητοι που κάθονται και τους πιστεύουν χωρίς παράλληλα οι ίδιοι να τηρούν αυτά που λέει η θρησκεία. Ξέρεις ποιοι είναι ειλικρινείς; Ολοι αυτοί εκεί κάτω στο Χόλιγουντ, οι οποίοι είναι ηθοποιοί στην καθημερινότητά τους. Αυτοί είναι πραγματικοί υποκριτές και ηθοποιοί. Αλλά τουλάχιστον το δηλώνουν. Οι υπόλοιποι δεν το κάνουν».
Ναι, αλλά αυτή η λογική των ανθρώπων οι οποίοι είναι δηλωμένα «ειλικρινώς επιφανειακοί» πάει να γίνει η παγκόσμια κουλτούρα. «Ετσι είναι. Μέσω της τηλεόρασης, κάνουν πλύση εγκεφάλου σε ολόκληρον τον κόσμο και κυρίως στα παιδιά, και αυτό είναι το χειρότερο. Τα παιδιά όποιον βλέπουν στην τηλεόραση τον θεωρούν σημαντικό. Ακόμη και τον καιρό να λες στην τηλεόραση, θεωρείσαι σημαντικός».
Δηλαδή προσεύχεστε κάθε μέρα; «Κάθε μέρα. Οχι σε Αυτόν τον ηλικιωμένο με τη λευκή γενειάδα. Πιστεύω σε μια δύναμη η οποία είναι πολύ πιο ισχυρή από τα πάντα».
Σας έχει συμβεί κάτι το οποίο σάς οδήγησε στην πίστη; «Μόλις πήγε 12.00 η ώρα. Ως εδώ ήταν η συνέντευξή μας. Εχεις δουλειά τώρα;».
Οχι. Εσείς; «Να συνεχίσω το διάβασμα του Επίκουρου. Ομως, επειδή δεν με πίεσες, θα σου πω μια ιστορία που νομίζω ότι δεν την έχω ξαναπεί πουθενά. Οταν το 1971 έγινε το περιβόητο περιστατικό όπου μου την έστησαν οι συνάδελφοί μου και άφησαν να με πυροβολήσει εκείνος ο τύπος στο πρόσωπο, είχα μείνει με τα μάτια ανοιχτά. Στην ταινία, ο Αλ Πατσίνο είναι με τα μάτια ανοιχτά ενώ τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο, γιατί έτσι ακριβώς έγινε. Τη στιγμή που δέχτηκα τον πυροβολισμό, αλλά και για μέρες μετά δεν είχα καμία συνείδηση και καμία επίγνωση της πραγματικότητας, εκτός από τα εξής παράξενα: Μόλις με πυροβόλησαν, πρόλαβα και έκανα μόνο μια σκέψη: “Αυτό ήταν όλο;”. Μετά, κάποια στιγμή που δεν ξέρω αν ήταν όταν με μετέφεραν στο νοσοκομείο ή λίγο αργότερα, μέσα στο κεφάλι μου, άκουσα μια φωνή – που σίγουρα δεν ήμουν εγώ – να μου λέει: “Ολα είναι ένα ψέμα”. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό, απλώς ξέρω ότι ένιωσα μια τεράστια ανακούφιση σε αυτό το άκουσμα. Και μετά, πάλι δεν έχω ιδέα πότε ακριβώς έγινε, άκουσα δυο-τρεις φωνές πολύ γλυκές να μου λένε: “Θέλεις να έρθεις μαζί μας;”. Τότε έκανα την τελευταία σκέψη που θυμάμαι: “Δηλαδή έχω επιλογή; Τότε θα ζήσω”. Και ξύπνησα, έπειτα από μέρες στο νοσοκομείο».
Το «Ολα είναι ένα ψέμα» σάς ακολούθησε στη ζωή σας μετά; «Απόλυτα. Ο τρόπος ζωής που κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι ο λόγος για τον οποίο ήρθαμε εδώ. Δεν ήρθαμε εδώ για να φοράμε “στολές μαϊμούδων” και να πηγαίνουμε σε πολυτελή εστιατόρια. Δεν είναι ζωή αυτό».
Οι εχθροί είναι συχνά πιο τίμιοι από τους φίλους; «Το πιστεύω απόλυτα. Εχω δύο φίλους που πολέμησαν στο Βιετνάμ και μου έχουν πει επανειλημμένα ότι είχαν πολύ περισσότερο σεβασμό για τον εχθρό που είχαν απέναντί τους, παρά για την αμερικανική κυβέρνηση, που τους έστειλε εκεί για να σκοτωθούν».
Τη σημερινή αμερικανική κυβέρνηση τη σέβεστε; «Οχι ιδιαίτερα. Την τελευταία δεκαετία η Αμερική προκάλεσε πολέμους στους οποίους στρατιώτες οπλισμένοι με τα τελειότερα μέσα πολεμούν ανθρώπους με γυμνά χέρια. Αυτή δεν είναι στρατιωτική ηθική. Αυτό είναι δειλία βουτηγμένη στην πλεονεξία».
Μα η Αμερική από τη γέννησή της δεν στήθηκε πάνω στην πλεονεξία; «Στήθηκε πάνω στην πλεονεξία και στην έλλειψη σεβασμού προς τη φύση. Ηρθαμε εδώ, δεν επιτρέψαμε καν στους ιθαγενείς Ινδιάνους να μιλούν τη γλώσσα τους, αρχίσαμε να τους ταΐζουμε και τους κάναμε χοντρούς και άρρωστους σαν κι εμάς, βγάζοντάς τους έξω από το φυσικό τους περιβάλλον. Και ύστερα ήρθαν οι ιερείς, οι οποίοι ήθελαν να τους προσηλυτίσουν. Ποιους; Αυτούς τους ανθρώπους που ήταν περισσότερο θρησκευόμενοι από οποιονδήποτε παπά πάνω στη Γη».
Ονειρα βλέπετε; «Ναι. Και ευτυχώς σταμάτησα να βλέπω εφιάλτες. Από το 1971 και μέχρι πρόσφατα, έβλεπα μόνο εφιάλτες και ξυπνούσα τα βράδια. Τώρα, όμως, βλέπω καλά όνειρα».
Οι εφιάλτες σας είχαν συγκεκριμένο θέμα; «Ναι. Τον πυροβολισμό μου, την αστυνομία και τη διαφθορά».
Τι είδους εφιάλτες μπορεί να βλέπατε με τη διαφθορά; «Μόλις βγήκα από το νοσοκομείο, ύστερα από καιρό οι έμποροι ναρκωτικών συνέχιζαν να θέλουν να με σκοτώσουν. Και η αστυνομία μού έστειλε φρουρό. Ξέρεις ποιον μου έβαλαν για φρουρό; Τον διεφθαρμένο συνεργάτη μου που μου την είχε στήσει. Τότε είπα στους υπεύθυνους: “Πάρτε τον από ’δώ, είμαι πιο ασφαλής μόνος μου”. Ολο αυτό, όμως, το έβλεπα μετά σαν εφιάλτη».
Αν γράφατε ένα βιβλίο που να αντιπροσωπεύει τη ζωή σας, τι θέμα θα είχε; «Θα σου πω κάτι που σίγουρα δεν το έχω ξαναπεί σε άλλον. Γι’ αυτό, αν κάποιος μου κλέψει την ιδέα, θα ξέρω ότι εσύ την έδωσες. Γράφω τώρα ένα θεατρικό έργο που θα έχει τον τίτλο “Η Πολιτεία εναντίον του Μωυσή”. Το κοινό θα είναι οι ένορκοι και στη δίκη αυτή θα γίνει λόγος για τα πάντα γύρω από την ηθική των ανθρώπων από την εποχή του Μωυσή».
http://www.tovima.gr/vimagazino/interviews/article/?aid=508262
Ο
Φρανκ Σέρπικο, ο τίμιος μπάτσος της Νέας Υόρκης ζει σήμερα σε μια
ξεχασμένη καλύβα, βαθιά στο δάσος. Φωτογραφία: Γιάννης Παπαδόπουλος
Πάνε σχεδόν σαράντα χρόνια από τότε που ο Φρανκ Σέρπικο «μιλησε». Ξεσκέπασε ένα διεφθαρμένο κύκλωμα αστυνομικών στη Νέα Υόρκη. Αποκάλυψε τους χρηματισμούς, τους εκβιασμούς και τα
λαδώματα συναδέλφων του. Υποστήριξε την αλήθεια ακόμα κι αν συχνά αισθανόταν ότι έδινε τη μάχη μόνος, με κίνδυνο της ζωής του. Η κατάθεσή του στην επιτροπή Knapp οδήγησε σε εκτεταμμένες εκκαθαρίσεις στο σώμα και μετέτρεψε τον Σέρπικο σε παρία. Για τους συναδέλφους του ήταν ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος: «ένας τίμιος μπάτσος».
Το 1973 ο Αλ Πατσίνο έπαιξε το ρόλο του Σέρπικο στην ομώνυμη ταινία του Σίντνεϋ Λουμέτ. Για την ερμηνεία του κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα. Οι τίτλοι τέλους της ταινίας ανέφεραν ότι ο Σέρπικο ζει κάπου στην Ελβετία. Η περιπλάνηση του όμως στην Ευρώπη τελείωσε λίγα χρόνια αργότερα. Έζησε σα νομάς στο Μεξικό και τον Καναδά, μέχρι που εγκαταστάθηκε το 1980 σε μια καλύβα στα δάση της Νέας Υόρκης, δύο ώρες μακριά από το Μανχάταν. Δεν χρειάστηκε να δουλέψει. Τα δικαιώματα από την ταινία, αλλά και από τη βιογραφία του που έγραψε ο Πήτερ Μάας, εξασφάλισαν στον Σέρπικο μια άνετη ζωή. Ο ίδιος όμως επέλεξε την απομόνωση. Η καλύβα του δεν είναι μεγαλύτερη από ένα δωμάτιο. Ζεσταίνεται με μια ξύλινη σόμπα, δεν έχει τηλεόραση ή ίντερνετ και παίρνει το νερό του από ένα πηγάδι. Σπίτι του Σέρπικο είναι η φύση.
Δεν ήταν εύκολο να τον βρω. Δεν είχα διεύθυνση ή τηλέφωνο. Εδώ και χρόνια κρατά την τοποθεσία της καλύβας του κρυφή. Από ένα ρεπορτάζ της εφημερίδας «The New York Times» ήξερα ότι ζει κοντά στον ποταμό Χάντσον, στην επαρχία Κολούμπια. Και ότι γευματίζει συχνά σε ένα σούπερ μάρκετ με οργανικά τρόφιμα στο χωριό Harlemville, στα βόρεια της πολιτείας της Νέας Υόρκης. Αποφάσισα να πάω εκεί απρόσκλητος και να περιμένω με την ελπίδα ότι θα εμφανιστεί. Η πρώτη επίσκεψη ήταν μάταιη. Τέσσερις άκαρπες ώρες αναμονής. Η δεύτερη φορά όμως ήταν η τυχερή. «Μη μου πεις ότι είσαι εσύ;» με ρώτησε ο Σέρπικο ανασηκώνοντας το αριστερό του φρύδι. Τα λόγια είχαν τρέξει στο χωριό. Ήξερε ότι τον περίμενα εκεί σαν κατάσκοπος. «Δεν με αφήνετε ήσυχο εσείς οι δημοσιογράφοι. Θέλετε ακόμα να με ενοχλείτε», είπε, αλλά συμφώνησε να με συναντήσει στο ίδιο μέρος μια εβδομάδα αργότερα.
Επτά μέρες μετά τα χιόνια που κάλυπταν τα χωράφια έχουν λιώσει αποκαλύπτοντας μια άγονη γη, σα να τράβηξε κάποιος το πέπλο που έκρυβε την ασχήμια της. Και ο Σέρπικο έχει αλλάξει. Το μούσι του πύκνωσε και τα μαλλιά του δεν τα κρύβει πλέον μια τραγιάσκα, αλλά ένας καφετί σκούφος. Θυμίζει κάτι ανάμεσα σε θαλασσοδαρμένο πειρατή και Σέρλοκ Χολμς. Δύο ασημένοι κρίκοι στολίζουν τα αυτιά του και στο αριστερό χέρι φορά για δαχτυλίδι μια νεκροκεφαλή με κόκκινα μάτια. Κουβαλάει ένα γυάλινο μπουκάλι γεμάτο με ένα διάφανο υγρό. Θα μπορούσε να ‘ναι ρούμι, αλλά όπως λέει είναι νερό από το πηγάδι του. Γύρω από το λαιμό του κρέμεται ένας μεγενθυτικός φακός που χρησιμοποιεί για να δει τους αριθμούς στο κινητό του.
Λίγο πιο κάτω από το αριστερό του μάτι το πρόσωπό του είναι ελαφρώς πρησμένο και κόκκινο. Το 1971 σε μια έφοδο για ναρκωτικά μια σφαίρα καρφώθηκε σε αυτό το σημείο. Μέχρι σήμερα ο Σέρπικο κουβαλά τα θραύσματα της σφαίρας. Είναι κωφός στο αριστερό του αυτί και έχει νευρολογικά προβλήματα στο αριστερό του πόδι. Μου ζητά να κάτσω από τα δεξιά του και βάζει την παλάμη του σα χωνί γύρω από το αυτί του για να ακούει καλύτερα.
«Είναι δύσκολο να είσαι άντρας. Αλλά είναι ακόμα πιο δύσκολο να είσαι τίμιος άντρας», λέει. «Δεν μετάνιωσα όμως για ό,τι έκανα. Μη νομίζεις ότι έχασα τίποτα επειδή είπα την αλήθεια. Κατάφερα να διατηρήσω τον αυτοσεβασμό μου και έγινα το όνειρο μου. Έγινα ο αστυνομικός που φανταζόμουν».
Η νύχτα στο Μπρούκλιν
Ο Σέρπικο γεννήθηκε στο Μπρούκλιν από Ιταλούς γονείς. Ως ο μικρότερος γιος φορούσε τα παλιά ρούχα του αδερφού του και η μητέρα του μπάλωνε τις τρύπιες κάλτσες του, δεν αγόραζε καινούριες. «Μεγάλωσα σε μια βίαιη γειτονιά. Γυάλιζα παπούτσια από μικρός και αρκετές φορές με είχαν κλέψει. Γι’ αυτό ο αστυνόμος της γειτονιάς ήταν πρότυπο εξουσίας και δικαιοσύνης για εμένα», είχε δηλώσει ο Σέρπικο το 1971 σε ένα άρθρο στους «New York Times».
Αφού υπηρέτησε στο στρατό και ταξίδεψε σε αρκετές χώρες -ανάμεσά τους και στην Ελλάδα- ο Σέρπικο κατετάγη στην αστυνομία το 1959. Από τις πρώτες του αποστολές άρχισε να βλέπει γύρω του τη διαφθορά. «Είχα έναν αρχηγό που δεν έλεγε “μην πάρεις χρήματα”. Απλά έλεγε: “πρόσεχε μη σε πιάσουν”. Θυμάμαι υπήρχαν κάποιοι αστυνομικοί που σταματούσαν ένα αμάξι όταν παραβίαζε ένα STOP και έλεγαν στον οδηγό: “Τι έχεις να μου δώσεις;” Έπαιρναν ακόμα και σοκολάτες για να μην κόψουν κλήση. Τέτοια κατάντια. Σε μια περιπολία μου σταμάτησα έναν οδηγό που είχε περάσει με κόκκινο και όταν τον πλησίασα μου έδωσε το πορτοφόλι του με 35 δολάρια μέσα. Χάρηκα γιατί θα μπορούσα να τον πάω στο τμήμα για απόπειρα δωροδοκίας. Ο συνάδελφος όμως που βρισκόταν μαζί μου είπε ότι θα το κανονίσει. Μίλησε με τον οδηγό και επέστρεψε με τα χρήματα. Ήθελε και να τα μοιραστούμε…»
Ο Σέρπικο δεν πήρε ποτέ χρήματα. Οι συνάδελφοί του τον πίεζαν, αλλιώς δεν μπορούσαν να τον εμπιστευτούν. Το 1967 αποκάλυψε στο δημαρχείο και στα αρχηγεία της αστυνομίας την έκταση της διαφθοράς. Έδωσε ονόματα, μέρη, ημερομηνίες, αλλά δεν έγινε τίποτα. Επόμενη επιλογή του ήταν να μιλήσει στους «New York Times». Οι συνάδελφοί του τον απομόνωσαν. Δεν θα αργούσε η μέρα που όταν ο Σέρπικο θα είχε την ανάγκη τους αυτοί δεν θα βρίσκονταν εκεί. Ή απλά θα αργούσαν να βοηθήσουν, όπως συνέβη τη νύχτα της 3ης Φεβρουαρίου του 1971 στο Μπρούκλιν, στη λεωφόρο Ντριγκς. «Θα μπαίναμε σε ένα σπίτι όπου γινόταν διακίνηση ηρωίνης. Με το που άνοιξα την πόρτα κάποιος την έσπρωξε από μέσα και μάγκωσε το χέρι μου στον ώμο. Κρατούσα ένα 38άρι. Με πυροβόλησε στο πρόσωπο και τον πυροβόλησα και εγώ. Έπειτα το όπλο του μπλόκαρε», λέει ο Σέρπικο.
Θυμάται έναν ισπανόφωνο άντρα, ένοικο της πολυκατοικίας, να του λέει ότι όλα θα πάνε καλά, ότι είχε καλέσει ασθενοφόρο. Οι συνάδελφοί του που ήταν εκεί δεν ζήτησαν ενισχύσεις. Έπειτα από λίγα λεπτά ο Σέρπικο άκουσε τα κλειδιά ενός αστυνομικού που ανέβαινε τις σκάλες. Ήρθε μόνο ένας για να τον σώσει. Κανονικά όταν τραυματίζοταν αστυνομικός έστελναν τότε στα κεντρικά το σήμα 1013 και ακολουθούσε βουητό από σειρήνες. Αργότερα, στην επίσημη αναφορά, ο Σέρπικο διάβασε ότι το σήμα που είχε φτάσει στα κεντρικά ήταν το 1010, που σημαίνει: «ακούστηκαν πυροβολισμοί, ερευνήστε». Ο ένοικος της πολυκατοικίας δεν είχε πει στο τηλέφωνο ότι ο Σέρπικο ήταν αστυνομικός. Δεν το ήξερε. Εκείνη τη νύχτα ο Σέρπικο και οι συνάδελφοί του είχαν πάει στην αποστολή με πολιτικά.
Η νέα ζωή
Με την περιγραφή αυτής της νύχτας ξεκινά το βιβλίο που ετοιμάζει ο Φρανκ Σέρπικο. Για τίτλο έχει επιλέξει το «Πριν Φύγω». Αν και υγιής, στα 74 του χρόνια σήμερα, φοβάται μήπως δεν προλάβει να πει την ιστορία του όπως αυτός θέλει. Καθημερινά γράφει στο χαρτί τις σκέψεις του και ορισμένες φορές την εβομάδα πληκτρολογεί τα κείμενά του σε υπολογιστές βιβλιοθηκών. Χρησιμοποιεί μόνο τους δύο δείκτες για να χτυπήσει τα πλήκτρα. «Δεν είναι εύκολο να γράψω αυτή την ιστορία», λέει. «Αλλά θέλω να την πω. Θέλω να πω τι συνέβη στη ζωή μου έπειτα. Πώς ταξίδεψα στην Ευρώπη και γνώρισα άλλους αστυνομικούς. Αυτό το βιβλίο θα είναι η κάθαρσή μου».
Ο Σέρπικο λέει ότι τον έχουν παρομοιάσει με τον Οδυσσέα. Ιθάκη του είναι η Αμερική. Γύρισε σ’ αυτήν όταν η γυναίκα που παντρεύτηκε στην Ολλανδία πέθανε από καρκίνο. Συχνά στην κουβέντα μας ο Σέρπικο ταξιδεύει από τη λογοτεχνία στη μουσική και από εκεί στην ποίηση. Δανείζεται φράσεις του Σαίξπηρ και χρησιμοποιεί λέξεις από διάφορες γλώσσες επιδεικνύοντας των γνωστικό του πλούτο σε ισπανικά, γαλλικά και ρώσικα.
Από τις κακόφημες γειτονιές του Μπρούκλιν, όπου κυκλοφορούσε ως μυστικός αστυνομικός ντυμένος σαν εργάτης, απατεώνας, ή ραβίνος, ο Σέρπικο έχει βρεθεί σε ένα μέρος ήρεμο, αποστειρωμένο, σχεδόν βαρετό. Το μαγαζί που γευματίζει βρίσκεται απέναντι από έναν παιδικό σταθμό. Οι περισσότερες γυναίκες κρύβουν τα πόδια τους με μακριές φούστες και όλοι -μικροί και μεγάλοι- απαντούν στα πειράγματά του με χαμόγελο. Στο Harlemville τον φωνάζουν «Πάκο», το παρατσούκλι του με το οποίο ήταν γνωστός και στο Μανχάταν.
Ο Σέρπικο παίζει τη φυσαρμόνικα, χορεύει τανγκό και παίρνει μέρος στις θεατρικές παραστάσεις της κ. Πινκ στο σχολείο της περιοχής. Έχει και μια φίλη, μια 50χρονη γαλλίδα δασκάλα με ξανθά μαλλιά. Τρώει κυρίως λαχανικά και κουβαλάει στο παλτό του ένα μεταλλικό πηρούνι όποτε γευματίζει έξω. Δεν θέλει να χρησιμοποιεί πλαστικά σκεύη. Και το χάρτινο πιάτο όπου είχε την σαλάτα του δεν θα το πετάξει. Θα το πάρει σπίτι του, προσάναμα για τη φωτιά.
Ακόμα και τώρα όμως ο Σέρπικο διατηρεί τη ματιά του ντετέκτιβ. Στην πρώτη μας συνάντηση ανέκρινε τον Μέισον, έναν 8χρονο που κουβαλούσε μια θήκη βιολιού. Αφού τον ρώτησε πόσες ώρες παίζει καθημερινά και αν θέλει μια μέρα να παίξει στο Κάρνεγκι Χολ, γύρισε και μου είπε: «Ποιος ξέρει, μπορεί μέσα σ’ αυτή τη θήκη να κουβαλά κανά πολυβόλο».
Ο Σέρπικο κουβάλα μέχρι σήμερα το σήμα του ντετέκτιβ, που πήρε λίγο πριν φύγει από την αστυνομία με αναπηρική σύνταξη, αλλά και ένα περίστροφο. Συχνά προπονείται στη σκοποβολή. Τον ρωτάω αν υπάρχει κάτι που να τον φοβίζει. Κάτι από το οποίο θέλει να προστατευτεί. «Δεν φοβάμαι τίποτα. Μόνο η απληστία και η διαφθορά με τρομάζουν», λέει.
Ακόμα και σήμερα ο Σέρπικο λαμβάνει e-mails από αστυνομικούς από όλο τον κόσμο. «Μου λένε για τη διαφθορά που υπάρχει στη δουλειά τους. Πρόκειται για μια συνεχή μάχη. Είναι ένας πόλεμος για δικαιοσύνη και ελευθερία. Δεν πρόκειται να σταματήσει», λέει. Για τον Σέρπικο ο αστυνομικός πρέπει να δίνει το παράδειγμα. Να είναι κοντά στον πολίτη και όχι απέναντί του. Να μην θεωρεί ότι η στολή τον κάνει άτρωτο ή ανώτερο. «Και θα πρέπει να είναι ένα άτομο που έχει τα λογικά του. Δεν μπορείς να δώσεις ένα όπλο στον καθένα», λέει. Του θυμίζω την ιστορία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στην Ελλάδα. Του λέω πώς μια χώρα ξεσηκώθηκε μετά το θάνατο του 16χρονου μαθητή από τη σφαίρα του αστυνομικού. «Καλά έκαναν», μου λέει. «Ο κόσμος πρέπει να αντιδρά. Ο κόσμος πρέπει να διεκδικεί και να πιστεύει στη δύναμή του».
Αυτή η αντίδραση λείπει σύμφωνα με τον Σέρπικο από τη χώρα του σήμερα. Μου μιλάει για τη CIA, για το Ιράκ, για την τρομοκρατία και το Γκουαντάναμο. «Στην αστυνομία μάς έλεγαν να προσέχουμε τους άντρες με τα ωραία ρούχα και τη γλυκιά γλώσσα. Αυτοί είναι συνήθως οι απατεώνες. Ελπίζω και ο Ομπάμα να μην είναι ένας από αυτούς. Ελπίζω να έχει αξιοπρέπεια», λέει. Είναι τόσα πολλά που τον πνίγουν. Τόση αδικία γύρω του. Λέει ότι το αμερικανικό όνειρο είναι ένας μύθος. «Μόνο όποιος έχει χρήμα μπορεί να μιλήσει. Αλλιώς πώς θα ακουστείς αν είσαι φτωχός;».
Αν η ζωή του ακολουθούσε τα πρότυπα του Χόλιγουντ ο Σέρπικο θα ήταν σήμερα ήρωας. Δεν θα ζούσε σε μια ξεχασμένη καλύβα συντροφιά με τις αναμνήσεις του. Αντί για επιβράβευση ο Σέρπικο έλαβε από τους περισσότερους συναδέλφους του μίσος και περιφρόνηση. Το σήμα του ντετέκτιβ που τόσο πολύ ήθελε δεν του το παρέδωσαν στο νοσοκομείο όπως δείχνει η ταινία. Του το έδωσε ένας κλητήρας στα αρχηγεία της αστυνομίας, σα να του πασάρει ένα πακέτο τσιγάρα.
Η ταινία και ο Θεοδωράκης
Για χρόνια ο Σέρπικο δεν είχε βρει τη δύναμη να δει ολόκληρη την ταινία για τη ζωή του. Του ήταν δύσκολο να ξαναζήσει τις στιγμές. «Ο κόσμος νομίζει ότι είμαι ο Αλ Πατσίνο, κάνουν όμως λάθος», λέει. Μια από τις σκηνές που δεν αποδόθηκαν σωστά στο έργο είναι μία από τις πρώτες συλλήψεις που έκανε ο Σέρπικο ως μυστικός αστυνομικός. Στην ταινία ο ληστής είναι μαύρος. Στην πραγματικότητα όμως ο ληστής ήταν λευκός. «Απ’ ότι φαίνεται και το Χόλιγουντ έχει την ατζέντα του. Και να φανταστείς τότε ήταν πιο σπουδαίο να συλλάβεις λευκό. Τους μαύρους τους νόμιζαν για χαζούς. Θεωρούσαν ότι είναι εύκολο να τους πιάσεις. Για να καταλάβεις πόσο στενόμυαλοι και ρατσιστές ήταν», λέει ο Σέρπικο.
Ρωτάω τη γνώμη του για τη μουσική της ταινίας την οποία συνέθεσε ο Μίκης Θεοδωράκης και αρχίζει να μου σιγοτραγουδά: «ταρατατατά-ταρατατατά». «Έχω το CD. Μου το έδωσε κάποιος σαν δώρο», λέει. Την επομένη με παίρνει στο τηλέφωνο και βάζει να ακούσω τη Μαρία Φαραντούρη που τραγουδά το «Δρόμοι Παλιοί» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχους Μανώλη Αναγνωστάκη: «Ξεχασμένος κι ατίθασος να περπατώ/ κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη στις υγρές μου παλάμες/ Και προχωρούσα μέσα στη νύχτα χωρίς να γνωρίζω κανένα κι ούτε κανένας κι ούτε κανένας με γνώριζε». «Το ξέρεις…» μου λέει. «Αυτό το τραγούδι μιλάει για μένα. Μιλάει για τον Σέρπικο που περπατά μόνος τη νύχτα».
(Η παραπάνω συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» το Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010 Αυτή είναι η μοναδική φορά που ο Φρανκ Σέρπικο μίλησε σε Έλληνα δημοσιογράφο).
antapokritis.wordpress.com/
H δεύτερη συνέντευξη δόθηκε στον Μάκη Προβατά και δημοσιευτηκε στο BHmagazino την Κυριακή 14 Απριλίου
Φρανκ Σέρπικο:«όταν η κοινωνία είναι διεφθαρμένη,δεν μπορεί να μην είναι διεφθαρμένη και η αστυνομία»
Ο Φρανκ Σέρπικο ήταν ο «καλός μπάτσος»
που αποκάλυψε τη διαφθορά της αστυνομίας της Νέας Υόρκης. Εγινε γνωστός
από την ερμηνεία του Αλ Πατσίνο, στο έργο «Σέρπικο», το 1973. Το
ΒΗmagazino τον συνάντησε λίγο έξω από τη Νέα Υόρκη. Μας μίλησε για τον
Επίκουρο, την Ελληνική Αστυνομία και την πλεονεξία της Αμερικής.
Ηταν η εποχή που ο Φρανκ Σέρπικο ήθελε να πει σε όλον τον κόσμο την ιστορία του. Την ιστορία του ασυμβίβαστου αξιωματικού της αστυνομίας που δεν ανέχτηκε το σύστημα, αλλά πάλεψε να το αλλάξει. Του αστυνομικού που μεταμφιεζόταν σε ραβίνο, άστεγο και βοηθό χασάπη, κυνηγώντας τα ναρκωτικά και το παράνομο χρήμα που διοχετευόταν και στους συναδέλφους του. Την ιστορία του αστυνομικού που προδόθηκε από το διεφθαρμένο σύστημα που καταπολεμούσε και πυροβολήθηκε στο πρόσωπο. Εχει ακόμη θραύσματα από τη σφαίρα μέσα στο κεφάλι του. Το μυαλό του, όμως, λειτουργεί ασταμάτητα.
Ηρθε ακριβώς στην ώρα του, βγαίνοντας από ένα μαύρο τζιπ και κρατώντας ένα βιβλίο του Επίκουρου («Letters and Sayings of Epicurus») από την Barnes & Noble Library of Essential Reading. «Φυσικά και διαβάζω Επίκουρο. Εδώ στην Αμερική οι άνθρωποι είναι ανόητοι και νομίζουν ότι ο Επίκουρος μιλάει για φαγητό και μεγάλες κοιλιές. Στην Ελλάδα, τουλάχιστον, γνωρίζετε για τον Επίκουρο ή πιστεύετε τα ίδια;».
Οι περισσότεροι Ελληνες μάλλον δεν έχουμε και πολύ ουσιαστική σχέση με τους αρχαίους... «Κατ’ αρχάς, να σου πω ότι θα μιλήσουμε ως τις 12.00, γιατί δεν νομίζω ότι έχω να πω πολλά πλέον. Επίσης να ξέρεις ότι, επειδή έχω ακόμη θραύσματα από τη σφαίρα στο κεφάλι μου, καμιά φορά ξεχνάω τι θέλω να πω».
Τι είναι αυτό που τιμάτε περισσότερο σε έναν άνθρωπο; «Το να είναι έντιμος και ηθικός».
Και αυτό που περιφρονείτε περισσότερο; «Το να είναι ανέντιμος και διεφθαρμένος».
Καλή απάντηση, αλλά μάλλον αναμενόμενη, όταν έρχεται από τον Φρανκ Σέρπικο... «Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις, αλλά δες τι υπάρχει πίσω από το αναμενόμενο. Αν υπάρχει διαφθορά, δεν μπορεί να υπάρξει δικαιοσύνη, και χωρίς δικαιοσύνη δεν μπορεί να χτιστεί και να σταθεί καμία κοινωνία. Χρειάζεται εντιμότητα και ηθική».
Οι αρχαίοι Ελληνες έδιναν όρκο και είχαν μόνον αυτόν. Αν τον τηρούσαν, ήταν αξιέπαινοι. Αν τον καταπατούσαν, ήταν κατάπτυστοι. Κάπως έτσι λειτουργήσατε και εσείς ως αστυνομικός; «Ο άνθρωπος πρέπει να δηλώνει ποιος είναι σε αυτή την κοινωνία με το παράδειγμά του, όχι με τα λόγια του».
Φαντάζομαι ότι διαρκώς θα σας ζητούν να δώσετε συμβουλές και να πείτε τη γνώμη σας στους νεότερους. Εχετε κάτι συγκεκριμένο που λέτε στους νέους ανθρώπους; «Οχι, δεν πιστεύω στα λόγια. Πιστεύω πως “Everything is by example”. Τα λόγια σου δεν έχουν καμία αξία αν δεν τα επαληθεύει το παράδειγμά σου».
Αυτό, ιδίως σε εμάς τους Eλληνες σήμερα, ισχύει για όλες τις πτυχές της ζωής μας... «Ναι, βέβαια. Επειδή με ενδιαφέρει η πολιτική και παρακολουθώ τι γίνεται και στην Ελλάδα, η κυβέρνησή σας πρέπει να αρχίσει να συμπεριφέρεται κάπως έτσι. Δίνοντας το καλό παράδειγμα. Οχι μιλώντας ή δηλώνοντας πράγματα που δεν τηρεί».
Η κοινωνία πρέπει μόνο να παίρνει παραδείγματα από κάποιους; Δεν οφείλει να δίνει; «Ακριβώς αυτό ήταν που με έκανε να φύγω από τη Νέα Υόρκη και την κοινωνία της, της δεκαετίας του ’70. Οταν η κοινωνία είναι διεφθαρμένη, δεν μπορεί να μην είναι διεφθαρμένη η αστυνομία. Το ίδιο καταλαβαίνω πως συμβαίνει τώρα και στην Ελλάδα. Ενώ η κοινωνία είναι χαλαρή σε θέματα ηθικής και δικαιοσύνης, απαιτεί να είναι αδιάφθορη η αστυνομία. Δεν γίνεται αυτό».
Δηλαδή πώς αντιλαμβάνεστε το σημερινό πρόβλημα των Ελλήνων; «Οτι πρέπει να επιστρέψετε στα βασικά. Δεν υπάρχει τίποτε κακό με τα βασικά. Απεναντίας. Την αγαπημένη μου ιστορία, που περιγράφει τη φιλοσοφία μου για τη ζωή, μου την έχει πει ένας Ελληνας».
Ποια είναι αυτή; «Ενας Αμερικανός βρέθηκε σε ένα ελληνικό νησί και είδε έναν γέρο να κάθεται κάτω από μια ελιά και να αγναντεύει τη θάλασσα. Τον ρωτάει ο Αμερικανός αν ξέρει σε ποιον ανήκουν όλα αυτά τα παραθαλάσσια οικόπεδα και ο γέρος τού απαντάει: “Είναι δικά μου”. “Μα εσύ, αν τα πουλήσεις, θα γίνεις πάρα πολύ πλούσιος”. “Και;” τον ρωτάει ο γέρος. “Και μετά θα μπορέσεις να αγοράσεις ένα πολύ μεγάλο σπίτι και ένα πολύ μεγάλο αυτοκίνητο και ό,τι άλλο θέλεις”. “E και; ” ξαναρωτάει ο γέρος. “Και θα ζήσεις μια πολύ ξένοιαστη ζωή”. “Δηλαδή σαν κι αυτή που ζω τώρα. Αρα γιατί να τα κάνω όλα αυτά;”. Καταλαβαίνεις; Αυτή η ιστορία είναι ακριβώς η ματιά που έχω για τη ζωή».
Ναι, αλλά ενώ συνήθως στους ανθρώπους αρέσει να λένε τέτοιες ιστορίες, στην πράξη δεν ακολουθούν το νόημά τους. «Εγώ το κάνω απόλυτα εδώ και 30 χρόνια. Να ξέρεις ότι σε ένα ή δύο χρόνια θα έχω φύγει από την Αμερική. Οι Αμερικανοί της ηλικίας μου είναι όλοι επιφανειακοί. Ανθρωποι οι οποίοι δεν έχουν ιδέα από την ουσία της ζωής».
Ελάτε στην Ελλάδα, όπου μπορεί να βρείτε ακόμη κάποιους ανθρώπους σαν και αυτόν της ιστορίας σας. «Μην αστειεύεσαι καθόλου. Η Ελλάδα είναι μία από τις πιο πιθανές επιλογές που έχω στο μυαλό μου».
Πιστεύετε στον Θεό; «Φυσικά πιστεύω. Σε έναν Θεό που υπάρχει για όλους τους ανθρώπους. Εγώ βαφτίστηκα και ανατράφηκα σύμφωνα με τις αρχές του χριστιανισμού, αλλά οι χριστιανοί είναι από τους μεγαλύτερους υποκριτές. Λένε “εμείς πιστεύουμε στον αληθινό Θεό”. Αλήθεια; Εσείς έχετε έναν αληθινό Θεό και οι άλλοι τι έχουν;».
Στην εκκλησία πηγαίνετε; «Οχι. Και ένας από τους λόγους για τους οποίους θέλω να ζω μόνος μου είναι γιατί από τη μία υπάρχουν υποκριτές που κάνουν τους κήρυκες του Θεού και από την άλλη υπάρχουν ανόητοι που κάθονται και τους πιστεύουν χωρίς παράλληλα οι ίδιοι να τηρούν αυτά που λέει η θρησκεία. Ξέρεις ποιοι είναι ειλικρινείς; Ολοι αυτοί εκεί κάτω στο Χόλιγουντ, οι οποίοι είναι ηθοποιοί στην καθημερινότητά τους. Αυτοί είναι πραγματικοί υποκριτές και ηθοποιοί. Αλλά τουλάχιστον το δηλώνουν. Οι υπόλοιποι δεν το κάνουν».
Ναι, αλλά αυτή η λογική των ανθρώπων οι οποίοι είναι δηλωμένα «ειλικρινώς επιφανειακοί» πάει να γίνει η παγκόσμια κουλτούρα. «Ετσι είναι. Μέσω της τηλεόρασης, κάνουν πλύση εγκεφάλου σε ολόκληρον τον κόσμο και κυρίως στα παιδιά, και αυτό είναι το χειρότερο. Τα παιδιά όποιον βλέπουν στην τηλεόραση τον θεωρούν σημαντικό. Ακόμη και τον καιρό να λες στην τηλεόραση, θεωρείσαι σημαντικός».
Δηλαδή προσεύχεστε κάθε μέρα; «Κάθε μέρα. Οχι σε Αυτόν τον ηλικιωμένο με τη λευκή γενειάδα. Πιστεύω σε μια δύναμη η οποία είναι πολύ πιο ισχυρή από τα πάντα».
Σας έχει συμβεί κάτι το οποίο σάς οδήγησε στην πίστη; «Μόλις πήγε 12.00 η ώρα. Ως εδώ ήταν η συνέντευξή μας. Εχεις δουλειά τώρα;».
Οχι. Εσείς; «Να συνεχίσω το διάβασμα του Επίκουρου. Ομως, επειδή δεν με πίεσες, θα σου πω μια ιστορία που νομίζω ότι δεν την έχω ξαναπεί πουθενά. Οταν το 1971 έγινε το περιβόητο περιστατικό όπου μου την έστησαν οι συνάδελφοί μου και άφησαν να με πυροβολήσει εκείνος ο τύπος στο πρόσωπο, είχα μείνει με τα μάτια ανοιχτά. Στην ταινία, ο Αλ Πατσίνο είναι με τα μάτια ανοιχτά ενώ τον μεταφέρουν στο νοσοκομείο, γιατί έτσι ακριβώς έγινε. Τη στιγμή που δέχτηκα τον πυροβολισμό, αλλά και για μέρες μετά δεν είχα καμία συνείδηση και καμία επίγνωση της πραγματικότητας, εκτός από τα εξής παράξενα: Μόλις με πυροβόλησαν, πρόλαβα και έκανα μόνο μια σκέψη: “Αυτό ήταν όλο;”. Μετά, κάποια στιγμή που δεν ξέρω αν ήταν όταν με μετέφεραν στο νοσοκομείο ή λίγο αργότερα, μέσα στο κεφάλι μου, άκουσα μια φωνή – που σίγουρα δεν ήμουν εγώ – να μου λέει: “Ολα είναι ένα ψέμα”. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό, απλώς ξέρω ότι ένιωσα μια τεράστια ανακούφιση σε αυτό το άκουσμα. Και μετά, πάλι δεν έχω ιδέα πότε ακριβώς έγινε, άκουσα δυο-τρεις φωνές πολύ γλυκές να μου λένε: “Θέλεις να έρθεις μαζί μας;”. Τότε έκανα την τελευταία σκέψη που θυμάμαι: “Δηλαδή έχω επιλογή; Τότε θα ζήσω”. Και ξύπνησα, έπειτα από μέρες στο νοσοκομείο».
Το «Ολα είναι ένα ψέμα» σάς ακολούθησε στη ζωή σας μετά; «Απόλυτα. Ο τρόπος ζωής που κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι ο λόγος για τον οποίο ήρθαμε εδώ. Δεν ήρθαμε εδώ για να φοράμε “στολές μαϊμούδων” και να πηγαίνουμε σε πολυτελή εστιατόρια. Δεν είναι ζωή αυτό».
Οι εχθροί είναι συχνά πιο τίμιοι από τους φίλους; «Το πιστεύω απόλυτα. Εχω δύο φίλους που πολέμησαν στο Βιετνάμ και μου έχουν πει επανειλημμένα ότι είχαν πολύ περισσότερο σεβασμό για τον εχθρό που είχαν απέναντί τους, παρά για την αμερικανική κυβέρνηση, που τους έστειλε εκεί για να σκοτωθούν».
Τη σημερινή αμερικανική κυβέρνηση τη σέβεστε; «Οχι ιδιαίτερα. Την τελευταία δεκαετία η Αμερική προκάλεσε πολέμους στους οποίους στρατιώτες οπλισμένοι με τα τελειότερα μέσα πολεμούν ανθρώπους με γυμνά χέρια. Αυτή δεν είναι στρατιωτική ηθική. Αυτό είναι δειλία βουτηγμένη στην πλεονεξία».
Μα η Αμερική από τη γέννησή της δεν στήθηκε πάνω στην πλεονεξία; «Στήθηκε πάνω στην πλεονεξία και στην έλλειψη σεβασμού προς τη φύση. Ηρθαμε εδώ, δεν επιτρέψαμε καν στους ιθαγενείς Ινδιάνους να μιλούν τη γλώσσα τους, αρχίσαμε να τους ταΐζουμε και τους κάναμε χοντρούς και άρρωστους σαν κι εμάς, βγάζοντάς τους έξω από το φυσικό τους περιβάλλον. Και ύστερα ήρθαν οι ιερείς, οι οποίοι ήθελαν να τους προσηλυτίσουν. Ποιους; Αυτούς τους ανθρώπους που ήταν περισσότερο θρησκευόμενοι από οποιονδήποτε παπά πάνω στη Γη».
Ονειρα βλέπετε; «Ναι. Και ευτυχώς σταμάτησα να βλέπω εφιάλτες. Από το 1971 και μέχρι πρόσφατα, έβλεπα μόνο εφιάλτες και ξυπνούσα τα βράδια. Τώρα, όμως, βλέπω καλά όνειρα».
Οι εφιάλτες σας είχαν συγκεκριμένο θέμα; «Ναι. Τον πυροβολισμό μου, την αστυνομία και τη διαφθορά».
Τι είδους εφιάλτες μπορεί να βλέπατε με τη διαφθορά; «Μόλις βγήκα από το νοσοκομείο, ύστερα από καιρό οι έμποροι ναρκωτικών συνέχιζαν να θέλουν να με σκοτώσουν. Και η αστυνομία μού έστειλε φρουρό. Ξέρεις ποιον μου έβαλαν για φρουρό; Τον διεφθαρμένο συνεργάτη μου που μου την είχε στήσει. Τότε είπα στους υπεύθυνους: “Πάρτε τον από ’δώ, είμαι πιο ασφαλής μόνος μου”. Ολο αυτό, όμως, το έβλεπα μετά σαν εφιάλτη».
Αν γράφατε ένα βιβλίο που να αντιπροσωπεύει τη ζωή σας, τι θέμα θα είχε; «Θα σου πω κάτι που σίγουρα δεν το έχω ξαναπεί σε άλλον. Γι’ αυτό, αν κάποιος μου κλέψει την ιδέα, θα ξέρω ότι εσύ την έδωσες. Γράφω τώρα ένα θεατρικό έργο που θα έχει τον τίτλο “Η Πολιτεία εναντίον του Μωυσή”. Το κοινό θα είναι οι ένορκοι και στη δίκη αυτή θα γίνει λόγος για τα πάντα γύρω από την ηθική των ανθρώπων από την εποχή του Μωυσή».
http://www.tovima.gr/vimagazino/interviews/article/?aid=508262


Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments