Όλη η αιτιολογική έκθεση που κατατέθηκε στη Βουλή για την αναδιάρθρωση των σωμάτων ασφαλείας
https://www.tayromaxos.gr/2014/01/blog-post_7667.html
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
στο σχέδιο νόμου «Αναδιοργάνωση της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αναβάθμιση Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και
Προς τη Βουλή των Ελλήνων
Ι. Κεντρική επιλογή της Κυβέρνησης αποτελεί ο σχεδιασμός και η εφαρμογή ενός νέου προτύπου όσον αφορά την οργάνωση και τη λειτουργία του Κράτους, βασισμένου στην ορθολογική αναδιάρθρωση των δομών του, προκειμένου να υπηρετείται αποτελεσματικότερα το δημόσιο συμφέρον και να προσφέρονται αναβαθμισμένες υπηρεσίες στους πολίτες, με το χαμηλότερο δυνατό κόστος.
Στο πλαίσιο αυτό, με το παρόν σχέδιο νόμου προτείνεται η αναδιοργάνωση κρίσιμων Υπηρεσιών που υπάγονται στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και ιδίως της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού Σώματος και της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας. Η αναδιοργάνωση αυτή που είναι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης των Υπηρεσιών και των Σωμάτων του Υπουργείου μας, εγκρίθηκε, ως προς τα βασικά της σημεία, από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης στη συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 2013 και υπηρετεί την ανάγκη εκσυγχρονισμού των ανωτέρω δομών, με αποκλειστικό σκοπό την τόνωση της αποτελεσματικότητάς τους και, κατά συνέπεια, την ενίσχυση της εσωτερικής ασφάλειας, της προστασίας του πολίτη, της θωράκισης των ατομικών δικαιωμάτων και της ενδυνάμωσης της κοινωνικής συνοχής.
Βασικοί άξονες της προτεινόμενης αναδιοργάνωσης του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη είναι ιδίως:
Η δραστικότερη καταπολέμηση του εγκλήματος και η ενίσχυση του αισθήματος ασφάλειας του πολίτη.
Η θεσμοθέτηση μηχανισμών ελέγχου των Σωμάτων και θωράκισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η συμπληρωματικότητα των Σωμάτων και των Υπηρεσιών του Υπουργείου για την πληρέστερη κάλυψη των αναγκών του πολίτη.
Η ανάπτυξη της συνεργασίας και της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των Σωμάτων Ασφαλείας και των τοπικών κοινωνιών.
Η βελτίωση του χρόνου ανταπόκρισης των Σωμάτων στο αίτημα του πολίτη για συνδρομή και βοήθεια.
Η ευρύτατη απελευθέρωση δυνάμεων για την ενίσχυση της προληπτικής αστυνόμευσης, των περιπολιών και της άμεσης ανταπόκρισης στα αιτήματα των πολιτών.
Στην ενίσχυση του εθελοντισμού σε θέματα πολιτικής προστασίας.
Η στόχευση αυτή επιτυγχάνεται μέσα από τις ακόλουθες προωθούμενες πολιτικές:
Ορθολογική αναδιάρθρωση της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος, με γνώμονα α) την ενδυνάμωση της επιχειρησιακής τους αποτελεσματικότητας, την ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου και λογοδοσίας και τον περιορισμό και την απλούστευση των δομών με τη μείωση ενδιάμεσων και μη αναγκαίων ιεραρχικών επιπέδων διοίκησης, τα οποία, κατά κανόνα, επιφέρουν καθυστερήσεις και γραφειοκρατικές εμπλοκές, β) την περαιτέρω ανάπτυξη διαδικασιών και πρακτικών άντλησης πόρων μέσω νέων χρηματοδοτικών εργαλείων και ιδίως μέσω αξιοποίησης πόρων από ευρωπαϊκά και διεθνή προγράμματα.
Αναδιοργάνωση των Υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας και μετασχηματισμός της σε σύγχρονη και ευέλικτη δομή, με την ολοκλήρωση της συναρμογής του Πυροσβεστικού Σώματος, το οποίο αποτελεί τον επιχειρησιακό της βραχίονα, τόσο σε κεντρικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο.
Προώθηση των αναγκαίων διοικητικών μετασχηματισμών, προκειμένου να αξιοποιηθεί κάθε δυνατότητα οικονομικής ή άλλης υποστήριξης της χώρας, στον τομέα της μεταναστευτικής πολιτικής και της πολιτικής ασύλου, ώστε να αναδειχθεί περαιτέρω η ευρωπαϊκή τους διάσταση.
Εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας, της ελάχιστης διάσπασης αρμοδιοτήτων και της αποφυγής των επικαλύψεων και απαλλαγή από περιττές και δαπανηρές ή απηρχαιωμένες δομές και υπηρεσίες, συγχώνευση δομών που έχουν παρεμφερή ή επικαλυπτόμενη λειτουργία και δημιουργία λειτουργικών συνεργειών, τόσο εντός των Σωμάτων όσο και στο πλαίσιο των λοιπών υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη.
Σύσταση ενιαίας υποστηρικτικής μονάδας, της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού, για την υποστήριξη και τον συντονισμό των δράσεων όλων των φορέων του Υπουργείου, με γνώμονα την πραγματοποίηση οικονομιών κλίμακας, την εμπέδωση της διοικητικής συνοχής, την άντληση οφελών από τις συνέργειες, αλλά και τη συγκεκριμενοποίηση πολιτικών και στόχων.
Το παρόν σχέδιο νόμου διαρθρώνεται σε επτά (7) Μέρη και 127 άρθρα.
ΙΙ. Ειδικότερα:
ΜΕΡΟΣ Α΄
Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού
Α. Με το Μέρος Α΄ ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν στη σύσταση της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού, καθώς και στη διάρθρωση, οργάνωση, στελέχωση και λειτουργία των υπηρεσιών που υπάγονται σε αυτή.
Με το προεδρικό διάταγμα 79/2011 (Α’ 196) συστάθηκε στο τότε Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, σε επίπεδο Διεύθυνσης, «Επιτελική Μονάδα», με σκοπό να υποβοηθά τον Υπουργό στην άσκηση των καθηκόντων του, ιδίως στους τομείς του ανθρώπινου δυναμικού, του εξοπλισμού, του γενικού προγραμματισμού, της παρακολούθησης του έργου και της παροχής κατευθύνσεων και νομικής υποστήριξης στα υπαγόμενα στο Υπουργείο Σώματα και Υπηρεσίες, ώστε να εξασφαλίζεται η διαλειτουργικότητα και η διακλαδικότητα της δράσης τους, στο πλαίσιο αφενός της πολιτικής του Υπουργείου και αφετέρου της διοικητικής και επιχειρησιακής αυτοτέλειας των υπαγομένων σ’ αυτό Σωμάτων και Υπηρεσιών.
Με το παρόν σχέδιο νόμου η Επιτελική Μονάδα του π.δ. 79/2011 αναβαθμίζεται σε επίπεδο Γενικής Διεύθυνσης και μετονομάζεται σε Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού. Με τον τρόπο αυτό καλύπτεται ένα σημαντικό κενό στο οργανόγραμμα του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, το οποίο είναι, ίσως το μόνο Υπουργείο «χωρίς διοικητικό κορμό». Αυτή η έλλειψη συνδετικού, συντονιστικού των Υπηρεσιών του, κρίκου γινόταν προσπάθεια να καλυφθεί, πολλές φορές ανεπιτυχώς, από τις υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος. Με τη δημιουργία της ως άνω Γενικής Διεύθυνσης επιτυγχάνεται ο αναγκαίος συντονισμός των Υπηρεσιών του Υπουργείου, ο οποίος, μετά την ίδρυση των νέων πολιτικών υπηρεσιών, της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, της Υπηρεσίας Ασύλου και της Αρχής Προσφυγών, κατέστη ακόμη πιο απαραίτητος, προς όφελος της αποδοτικότητας και της παραγωγικότητας. Η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού αναλαμβάνει, επίσης, να καλύψει το ιδιαίτερα σημαντικό κενό του συντονισμού των υπηρεσιών με οικονομικό χαρακτήρα, που είναι επιφορτισμένες με πρόσθετες αρμοδιότητες, σύμφωνα με τις πρόσφατες τροποποιήσεις του ν. 2362/1995 περί «Δημοσίου Λογιστικού» και, γενικότερα, σε εκπλήρωση του Προγράμματος Δημοσιονομικής Σταθερότητας της Χώρας.
Επισημαίνεται ότι η Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού δεν τελεί σε ιεραρχική σχέση με τα Επιτελεία των Σωμάτων που υπάγονται στο Υπουργείο, αλλά συνεργάζεται με αυτά προς εκπλήρωση της αποστολής τους. Συνυπάρχει δε σε αυτή το ένστολο με το πολιτικό προσωπικό που συνεργάζονται για τον καλύτερο συντονισμό των επιμέρους δομών του Υπουργείου.
Β. Ειδικότερα, στο πλαίσιο αυτό προτείνονται οι ακόλουθες ρυθμίσεις:
Με το άρθρο 1 προβλέπεται η αναβάθμιση της «Επιτελικής Μονάδας» του π.δ. 79/2011, και η μετονομασία της σε Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού και καθορίζονται η αποστολή, η σχέση της με τα Σώματα και τις Υπηρεσίες που υπάγονται στο Υπουργείο, η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες αυτής, ενώ αποσαφηνίζονται ζητήματα διάρθρωσης και λειτουργίας της Υπηρεσίας Διαχείρισης Ευρωπαϊκών και Αναπτυξιακών Προγραμμάτων.
Με το άρθρο 2 συνιστάται Διεύθυνση Επιτελικής Υποστήριξης, η οποία υπάγεται στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού.
Με το άρθρο 3 ρυθμίζονται τα ζητήματα διάρθρωσης της Διεύθυνσης Επιτελικής Υποστήριξης και ο καθορισμός των αρμοδιοτήτων σε επίπεδο Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Σχεδιασμού και Οργάνωσης, Νομικής Υποστήριξης και Νομοθετικής Πρωτοβουλίας καθώς και χειρισμού Διεθνών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων.
Με το άρθρο 4 συνιστάται Διεύθυνση Έρευνας και Υποδομών, η οποία υπάγεται στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού και καθορίζονται οι αρμοδιότητές της.
Με το άρθρο 5 καθορίζεται η διάρθρωση της Διεύθυνσης Έρευνας και Υποδομών, ως υπαγόμενης διοικητικά στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού, και θεσπίζονται οι αρμοδιότητές της αναφορικά, μεταξύ άλλων, με ζητήματα προετοιμασίας, κατάρτισης τεχνικών προδιαγραφών, σύνταξης των σχετικών προκηρύξεων, διενέργειας των διαγωνιστικών διαδικασιών ή διαδικασιών ανάθεσης και σύναψης των σχετικών συμβάσεων στους τομείς υπηρεσιών, προμήθειας αγαθών, εξοπλισμών και πληροφορικής, εκπόνησης μελετών και εκτέλεσης έργων του Υπουργείου, εξαιρουμένων των εποπτευόμενων φορέων και Σωμάτων, ενώ, επίσης, προβλέπεται και η σύσταση εξειδικευμένων προς τα αντικείμενα αυτά Επιτροπών.
Με το άρθρο 6 συστήνεται Διεύθυνση Δημοσιονομικής Διαχείρισης, η οποία υπάγεται στη Γενική Διεύθυνση Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού και ορίζονται οι αρμοδιότητές της.
Με το άρθρο 7 ρυθμίζεται η διάρθρωση της Διεύθυνσης Δημοσιονομικής Διαχείρισης και ορίζονται οι αρμοδιότητες των δύο τμημάτων της. Ειδικότερα, ρυθμίζονται, αναλυτικά και στο σύνολό τους, ζητήματα Τακτικού Προϋπολογισμού και Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, Δημοσιονομικής Παρακολούθησης και Αναφορών των Εποπτευόμενων Σωμάτων και Φορέων αυτού, ενώ προβλέπονται και τα ειδικότερα καθήκοντα του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης.
Με το άρθρο 8 προτείνονται ο τρόπος μετακίνησης προσωπικού και στελέχωσης της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού από ένστολο και πολιτικό προσωπικό, καθώς και ο τρόπος αξιολόγησης και πειθαρχικού ελέγχου αυτών. Επίσης, προτείνονται οι προϋποθέσεις πλήρωσης της θέσης του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επιτελικής Υποστήριξης και ρυθμίζονται τα θέματα που αφορούν τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές του, όπως και των Προϊσταμένων των Τμημάτων και των Γραφείων συνολικά.
Με το άρθρο 9 παρέχονται οι αναγκαίες εξουσιοδοτήσεις για τη ρύθμιση επιμέρους θεμάτων που αφορούν την οργάνωση και τη λειτουργία της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού προκειμένου να ανταποκρίνεται στις εκάστοτε υπηρεσιακές ανάγκες του Υπουργείου και ορίζεται ότι με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη καθορίζεται η έναρξη λειτουργίας της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού. Έως την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, οι αρμοδιότητές της συνεχίζουν να ασκούνται από τις υφιστάμενες Υπηρεσίες του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Περαιτέρω, προβλέπεται ότι ο Γενικός Διευθυντής Οικονομικών και Επιτελικού Σχεδιασμού είναι υπεύθυνος για την υλοποίηση των δημοσιονομικών δεσμεύσεων της παρ. 1 του άρθρου 3Β του ν. 2362/1995, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 39 παρ. 7 του ν. 4024/2011 (παρ. 4), ενώ συμπληρώνεται η παρ. 6 του αρ. 20 του ν. 3448/2006, προκειμένου οι Αρχές Εγγραφής και τα Εντεταλμένα Γραφεία για την έκδοση ψηφιακών πιστοποιητικών κάθε Υποκείμενης Αρχής, να ορίζονται με απόφαση του οικείου Αρχηγού ή του Προϊσταμένου της εκάστοτε Υπηρεσίας.
Με το άρθρο 10 διευρύνεται η αρμοδιότητα του Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας, με την προσθήκη και παράνομων συμπεριφορών που υπάρχουν ενδείξεις ότι διενεργήθηκαν με ρατσιστικό κίνητρο ή ενέχουν άλλου είδους διάκριση. Επίσης, διευρύνεται ο κύκλος των προσώπων που δύνανται να οριστούν μέλη της Τριμελούς Επιτροπής του Γραφείου Αντιμετώπισης Περιστατικών Αυθαιρεσίας, ιδίως με τη δυνατότητα ορισμού ως μέλους αυτής δικηγόρου, εγγεγραμμένου σε Μητρώο Δικηγορικού Συλλόγου της Ελληνικής Επικράτειας, διορισμένου παρ’ Αρείω Πάγω, προκειμένου να καταστεί δυνατή η συγκρότησή της και η λειτουργία του εν λόγω Γραφείου με αξιόπιστα πρόσωπα.
Περαιτέρω, με την προτεινόμενη ρύθμιση, προβλέπεται συμμετοχή εκπροσώπου της Ανεξάρτητης Αρχής του Συνηγόρου του Πολίτη, στις συνεδριάσεις της ως άνω Επιτροπής, με δυνατότητα υποβολής προτάσεων ή παροχής γνώμης. Όπως είναι γνωστό, ο Συνήγορος του Πολίτη, εκ της αποστολής του, συνιστά την αρμόδια αρχή, μεταξύ άλλων, για την πιο ολοκληρωμένη προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη, την καταπολέμηση της κακοδιοίκησης και την περαιτέρω ενίσχυση της τήρησης της νομιμότητας. Στο πλαίσιο αυτό ορίζεται ότι συμμετέχει στην εξιχνίαση περιστατικών παράνομης συμπεριφοράς των ένστολων σωμάτων σε βάρος πολιτών, ώστε να μην υπάρχει η παραμικρή υπόνοια συγκάλυψης και να προστατεύονται τα δικαιώματα των πολιτών με τον πιο θεσμικό και πλήρη τρόπο. Η ανωτέρω ρύθμιση συνιστά μια ακόμη εκδήλωση της βούλησης της Πολιτείας για μηδενική ανοχή σε περιστατικά αυθαιρεσίας κρατικών λειτουργών, καθώς και για τη δημιουργία αξιόπιστων μηχανισμών λογοδοσίας και ελέγχου τους.
ΜΕΡΟΣ Β΄
Αναδιοργάνωση Ελληνικής Αστυνομίας και άλλες διατάξεις
Χωρίς αμφιβολία, η εξασφάλιση της τάξης, της ομαλότητας και της κοινωνικής συνοχής και, γενικά, η διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος εσωτερικής σταθερότητας και ασφάλειας που να προστατεύει τη χώρα και τους πολίτες και να επιτρέπει την ελεύθερη ανάπτυξη οποιασδήποτε νόμιμης κοινωνικής δραστηριότητας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία κάθε σύγχρονου, δημοκρατικού και οργανωμένου Κράτους.
Η υποχρέωση της συντεταγμένης Πολιτείας και, κατ’ επέκταση των αρμόδιων κρατικών Υπηρεσιών, για τη διαμόρφωση των απαραίτητων για τη λειτουργία, την ανάπτυξη και την προοπτική της χώρας και της κοινωνίας συνθηκών εσωτερικής ασφάλειας σίγουρα δεν είναι απλή ούτε εύκολη υπόθεση. Το οργανωμένο και το οικονομικό έγκλημα, η τρομοκρατία, η παράνομη μετανάστευση, η έξαρση της ρατσιστικής βίας, τα ναρκωτικά, η εμπορία ανθρώπων, ακόμη και το «μικροέγκλημα», που συνήθως αφορά σε κλοπές και διαρρήξεις πλην όμως επηρεάζει σημαντικά το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών, αποτελούν ορισμένες μόνον εκφάνσεις της παράνομης ανθρώπινης δραστηριότητας, καθώς, λόγω της ραγδαίας ποσοτικής και ποιοτικής εξέλιξής τους, έχουν αναχθεί σε μείζονα απειλή για κάθε σύγχρονο κράτος, για οποιαδήποτε οργανωμένη κοινωνία. Μάλιστα, αν σ’ αυτά προστεθούν η παρατεταμένη διεθνής οικονομική κρίση και οι εστίες έντασης σε πολλές περιοχές του πλανήτη, παράγοντες που αναμφίβολα επηρεάζουν και επιτείνουν τα προβλήματα τάξης και ασφάλειας τόσο στο εσωτερικό των χωρών όσο και σε ευρύτερο διεθνές περιβάλλον, τότε αποκαλύπτεται με μεγαλύτερη σαφήνεια η έκταση του προβλήματος και κατά συνέπεια η ανάγκη αποτελεσματικότερης αντιμετώπισής του.
Είναι, λοιπόν, εύλογη και επιτακτική η ανάγκη προσαρμογής των μηχανισμών αντιμετώπισης των προβλημάτων αυτών στα νέα δεδομένα, με την αναζήτηση λύσεων και την υλοποίηση πολιτικών και μέτρων που να καθιστούν περισσότερο άμεση και αποτελεσματική την αντίδραση της οργανωμένης Πολιτείας απέναντι σ’ όλους αυτούς τους κινδύνους που απειλούν το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών και, γενικά, την εσωτερική ασφάλεια των χωρών.
Το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, ως ο κατ’ εξοχήν αρμόδιος φορέας για τη χάραξη της πολιτικής κατεύθυνσης επί θεμάτων τάξης, δημόσιας και κρατικής ασφάλειας και πολιτικής προστασίας, επιχειρεί τη θεσμική αναδιοργάνωση του δομικού σχήματος και του λειτουργικού πλαισίου της Ελληνικής Αστυνομίας, προκειμένου να βελτιώσει τις δυνατότητες και την ποιότητα ανταπόκρισής της στις υφιστάμενες αλλά και σε μελλοντικές ανάγκες και απαιτήσεις των πολιτών. Προς τούτο, με το Μέρος Β’ του σχεδίου νόμου αναδιοργανώνεται η Ελληνική Αστυνομία και συγκροτείται ένα σύγχρονο, ευέλικτο και αποτελεσματικό, τόσο σε επιτελικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο, Σώμα Ασφαλείας, το οποίο επαγρυπνά για την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη. Ένα Σώμα με σαφείς, οριοθετημένους άξονες δραστηριότητας, βάσει συνάφειας αντικειμένου (τάξη, ασφάλεια, αλλοδαποί – προστασία συνόρων), ώστε να επιτυγχάνεται η αμεσότερη και πληρέστερη ανταπόκριση των Υπηρεσιών του στις ανάγκες εκπλήρωσης της ειδικότερης αποστολής τους, αλλά και με ένα εξίσου σαφές πλαίσιο συνεργασίας, δράσης, συντονισμού και εποπτείας, προκειμένου να εξασφαλίζεται η διαλειτουργική και αλληλοσυμπληρωματική διακλαδική υπηρεσιακή δράση σε όλα τα επίπεδα, προς το σκοπό αποτελεσματικότερης εκπλήρωσης της γενικότερης αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στους τομείς της Ασφάλειας και της Τάξης, όπου συγκροτούνται νέες ευέλικτες, καθετοποιημένες δομές διοίκησης των Υπηρεσιών με μείωση των ιεραρχικών επιπέδων ώστε να διευκολύνεται η διαδικασία λήψης, διαβίβασης και υλοποίησης των εντολών και να βελτιωθεί ο βαθμός αντίδρασης της Ελληνικής Αστυνομίας απέναντι στο έγκλημα, τόσο σε προληπτικό όσο και σε κατασταλτικό επίπεδο, αλλά και στον τομέα εφαρμογής της νομοθεσίας περί αλλοδαπών και αντιμετώπισης της παράνομης μετανάστευσης με τη δημιουργία ενός νέου Κλάδου (Κλάδος Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων), ο οποίος θα συντονίζει, θα εποπτεύει και θα ελέγχει τις αρμόδιες για το χειρισμό των θεμάτων αυτών Υπηρεσίες. Έτσι, οι Κλάδοι αποκτούν μια ιδιαίτερη δυναμική, αφού πλέον αυτοδύναμα διαχειρίζονται τον ετήσιο προϋπολογισμό τους και τα διατιθέμενα σ’ αυτούς μέσα και προσωπικό.
Επίσης, ανασυγκροτείται το Επιτελείο του Σώματος και οι Αυτοτελείς Κεντρικές Υπηρεσίες, καθορίζεται το βασικό πλαίσιο αρμοδιοτήτων των Κλάδων και όλων των Κεντρικών και Περιφερειακών Υπηρεσιών επιπέδου Διεύθυνσης και άνω και καθορίζεται η γενική διάρθρωση, η έδρα και η αποστολή των Περιφερειακών Υπηρεσιών.
Περαιτέρω, αναβαθμίζεται ουσιαστικά το επίπεδο της επαγγελματικής και ακαδημαϊκής εκπαίδευσης του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας προκειμένου να εξασφαλιστεί η παραγωγή ικανών και επαρκώς εκπαιδευμένων, θεωρητικά και πρακτικά, στελεχών. Προς τούτο, μεταβάλλεται το υφιστάμενο καθεστώς λειτουργίας της Αστυνομικής Ακαδημίας η οποία, πλέον, θα λειτουργεί ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, θα έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και θα εποπτεύεται από τους Υπουργούς Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, μέσω της Ελληνικής Αστυνομίας, και Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Με τις ρυθμίσεις αυτές αναβαθμίζεται ο ρόλος και η σημασία των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας και ενισχύεται η λειτουργική τους επάρκεια και η επιχειρησιακή τους δυναμική. Το «πολυτελές», αριθμητικά, οργανωτικό σχήμα των πολλαπλών, ιεραρχικών επιπέδων και της ευρύτατης, σε περιφερειακό επίπεδο, χωροταξικής διασποράς των ενδιάμεσων διοικητικών κλιμακίων, εξορθολογίζεται και αντικαθίσταται από ένα λειτουργικό, συνεκτικό και αποτελεσματικό σχήμα, το οποίο διευκολύνει ουσιαστικά τη διαδικασία λήψης και προώθησης των εντολών από την ηγεσία στα περιφερειακά όργανα και εξασφαλίζει τον αποτελεσματικό έλεγχο, συντονισμό και εποπτεία των Υπηρεσιών.
Ειδικότερα, με τις επιμέρους διατάξεις του Μέρους Β΄ του σχεδίου νόμου προτείνονται οι ακόλουθες ρυθμίσεις:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Αποστολή – Συγκρότηση Ελληνικής Αστυνομίας
Με το άρθρο 11 επανακαθορίζεται η αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας και προσδιορίζεται το πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της. Επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου αυτού προβλέπεται, μεταξύ άλλων, δυνατότητα σύναψης μνημονίων συνεργασίας του Σώματος με φορείς και οργανισμούς άλλων Υπουργείων και Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης για την αντιμετώπιση ή διαχείριση θεμάτων κοινής αρμοδιότητας.
Με το άρθρο 12 θεσπίζεται η λειτουργία Επιτροπής Περιφερειακής Συνεργασίας και Ασφάλειας (Ε.Π.Σ.Α.) σε καθεμιά από τις διοικητικές Περιφέρειες της χώρας και καθορίζονται οι αρμοδιότητες της. Οι Ε.Π.Σ.Α. συγκροτούνται με κοινή απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και αποτελούν το βασικό συνδετικό κρίκο των συσταθέντων με τις διατάξεις του αρ. 16 του ν. 2713/1999 Τοπικών Συμβουλίων Πρόληψης Παραβατικότητας (ΤΟ.Σ.Π.ΠΑ.), τα οποία λειτουργούν σε επίπεδο δήμων και του Κεντρικού Συμβουλίου Πρόληψης Παραβατικότητας (ΚΕ.Σ.ΠΑ.), το οποίο λειτουργεί στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Η σύσταση των Ε.Σ.Π.Α. ενισχύει ουσιαστικά την αμφίδρομη σχέση μεταξύ της Ελληνικής Αστυνομίας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, προς όφελος του πολίτη και των τοπικών κοινωνιών και διαμορφώνει ένα σταθερό περιβάλλον αμοιβαίας συνεργασίας και κατανόησης, προς το σκοπό εμπέδωσης του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών, βελτίωσης του επιπέδου καθημερινής προστασίας και εξυπηρέτησης των τοπικών κοινωνιών και έγκαιρης πρόληψης των γενεσιουργών αιτίων και παραγόντων παραβατικής συμπεριφοράς σε τομείς όπως η οδική ασφάλεια, η σχολική και εξωσχολική βία, η χρήση ναρκωτικών, η κακοποίηση και εκμετάλλευση ανηλίκων, η ένταξη σε αντικοινωνικές ή εγκληματικές ομάδες, η βία στους αθλητικούς χώρους, η ρατσιστική βία και οι φθορές ή καταστροφές σε δημόσια κτίρια, εγκαταστάσεις και άλλους χώρους.
Με το άρθρο 13 επαναδιατυπώνονται οι διατάξεις που καθορίζουν το χαρακτήρα της Ελληνικής Αστυνομίας ως ένοπλου Σώματος, θεσπίζουν την υποχρέωση διαρκούς ετοιμότητας των Υπηρεσιών και του προσωπικού της για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος, την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, ορίζουν ότι το ένστολο προσωπικό εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων και φέρει για την άσκηση των καθηκόντων του κατάλληλο οπλισμό, εφόδια και μέσα και παρέχουν τη δυνατότητα εκπαίδευσης του προσωπικού του Σώματος στις σχολές και τα κέντρα εκπαίδευσης των ενόπλων δυνάμεων, καθώς και σε σχολές και κέντρα εκπαίδευσης αντίστοιχων Υπηρεσιών του εξωτερικού. Επιπλέον, προσδιορίζονται οι δύο (2) γενικές κατηγορίες στις οποίες διακρίνεται το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας και ειδικότερα η κατηγορία του ένστολου προσωπικού στο οποίο περιλαμβάνονται οι αστυνομικοί, οι ειδικοί φρουροί και οι συνοριακοί φύλακες και η κατηγορία του πολιτικού προσωπικού. Περαιτέρω στο προσωπικό του Σώματος περιλαμβάνεται και η νέα ειδική κατηγορία των δημοτικών αστυνομικών, οι οποίοι εντάσσονται στην Ελληνική Αστυνομία με τη διάταξη του άρθρου 81 του ν.4172/2013.
Με το άρθρο 14 καθορίζεται η διάρθρωση της Ελληνικής Αστυνομίας σε κεντρικές και περιφερειακές Υπηρεσίες. Με τη διάταξη αυτή, προσδιορίζονται, ουσιαστικά, οι βασικές δομικές αλλαγές στο υφιστάμενο κεντρικό οργανωτικό σχήμα του Σώματος και ειδικότερα:
- Καθιερώνεται η αυτοτέλεια των Κλάδων έναντι του Επιτελείου, η αποστολή του οποίου συνίσταται εφεξής, στην κεντρική διαχείριση, ιδίως των θεμάτων διοικητικού, οικονομικού, οργανωτικού, τεχνικού, νομικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα και στην υποστήριξη των Κλάδων στα θέματα αυτά,
- δημιουργείται Κλάδος Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων προκειμένου, σε συνεργασία με τις λοιπές Υπηρεσίες που έχουν συγκροτηθεί στο πλαίσιο της ενιαίας κυβερνητικής πολιτικής για την αντιμετώπιση και τη διαχείριση του φαινομένου της παράνομης μετανάστευσης (Υπηρεσίες Ασύλου και Πρώτης Υποδοχής), να διαχειριστούμε, κατά τον πλέον πρόσφορο, για το δημόσιο συμφέρον, τρόπο τους αλλοδαπούς που εισέρχονται ή καταλαμβάνονται να παραμένουν και να εργάζονται παράνομα σ’ ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια,
- συγκροτείται, για πρώτη φορά, Επιτελικό Γραφείο Αρχηγού, προκειμένου να υποστηριχθεί ουσιαστικά στα επιτελικά και διοικητικά του καθήκοντα το ανώτατο, ιεραρχικά, όργανο της φυσικής ηγεσίας του Σώματος,
- συγκροτείται Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων, στο πλαίσιο του οποίου συγχωνεύονται το Ενιαίο Κέντρο Επιχειρήσεων και η Διεύθυνση Χειρισμού Κρίσεων, προκειμένου να εξασφαλιστούν ο άμεσος και πληρέστερος συντονισμός και καθοδήγηση των Υπηρεσιών στην αντιμετώπιση, ιδίως, σοβαρών, έκτακτων και κρίσιμων περιστατικών εσωτερικής ασφάλειας,
- ιδρύονται νέες αυτοτελείς Υπηρεσίες, για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων μορφών εγκληματικών δραστηριοτήτων και την παροχή πληρέστερης υποστηρικτικής συνδρομής στις Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας και συγκεκριμένα:
αα) η Διεύθυνση Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών,
ββ) η Διεύθυνση Ειδικών Αστυνομικών Δυνάμεων,
γγ) η Διεύθυνση Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος,
- διασπάται η Υπηρεσία Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος σε δύο αυτοτελείς Κεντρικές Διευθύνσεις, Οικονομικής Αστυνομίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, αντίστοιχα, εκ των οποίων η Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας εποπτεύεται και ελέγχεται από τον Αρχηγό του Σώματος, λόγω του ειδικού αντικειμένου της αποστολής της και του διευρυμένου πλαισίου συνεργασίας της με φορείς και Υπηρεσίες άλλων Υπουργείων που απαιτεί η επιχειρησιακή της δραστηριότητα, ενώ η Διεύθυνση Ηλεκτρονικού Εγκλήματος υπάγεται απευθείας στον Κλάδο Ασφάλειας, υπό την άμεση εποπτεία και έλεγχο του Γενικού Επιθεωρητή Ασφάλειας,
- διατηρούν το χαρακτήρα και τις αρμοδιότητές τους ως αυτοτελείς Κεντρικές Υπηρεσίες επιπέδου Διεύθυνσης η Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων, η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, η Διεύθυνση Υγειονομικού και η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας,
- αναδιοργανώνεται η υφιστάμενη σήμερα Γενική Διεύθυνση Ασφάλειας Επισήμων, η οποία θα λειτουργεί εφεξής ως Διεύθυνση ενσωματώνοντας στη δομή της όλες τις Υπηρεσίες προστασίας και ασφάλειας επισήμων ή μη προσώπων και ευπαθών στόχων,
- συγχωνεύονται με άλλες Διευθύνσεις του Επιτελείου που έχουν συναφές αντικείμενο οι Διευθύνσεις Υλικού (με τη Διεύθυνση Τεχνικών) και Χρηματικού (με τη Διεύθυνση Οικονομικών), ενώ η Διεύθυνση Τεχνικών Εφαρμογών, με τις διατάξεις του άρθρου 19, εντάσσεται διοικητικά, απευθείας, στο Επιτελείο του Σώματος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
Κεντρικές Υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας
Με το άρθρο 15 ρυθμίζονται τα θέματα εποπτείας, ελέγχου και υπαγωγής των κεντρικών και αυτοτελών Κεντρικών Υπηρεσιών του Σώματος. Ειδικότερα:
α. οι Κλάδοι Τάξης, Ασφάλειας και Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων κατευθύνονται, συντονίζονται, εποπτεύονται και ελέγχονται από τους αντίστοιχους Γενικούς Επιθεωρητές. Ομοίως, οι Διευθύνσεις του Επιτελείου κατευθύνονται, συντονίζονται, εποπτεύονται και ελέγχονται από τον οικείο Προϊστάμενο,
β. οι Κλάδοι και το Επιτελείο διέπονται από σχέση ισοτιμίας μεταξύ τους και συντονίζονται, εποπτεύονται και ελέγχονται από τον Αρχηγό,
γ. το Επιτελικό Γραφείο Αρχηγού υπάγεται, απευθείας, στον Αρχηγό του Σώματος,
δ. από τις αυτοτελείς Κεντρικές Υπηρεσίες, οι Διευθύνσεις Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών, Εσωτερικών Υποθέσεων και Οικονομικής Αστυνομίας εποπτεύονται και ελέγχονται από τον Αρχηγό, το Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων και οι Διευθύνσεις Προστασίας Επισήμων και Ευπαθών Στόχων και Ειδικών Αστυνομικών Δυνάμεων από τον Υπαρχηγό, οι Διευθύνσεις Υγειονομικού και Οικονομικής Επιθεώρησης από τον Προϊστάμενο Επιτελείου και η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών και οι υπαγόμενες απευθείας στον Κλάδο Ασφάλειας Διευθύνσεις Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος, Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος από τον Γενικό Επιθεωρητή Ασφάλειας.
Επίσης, με διατάξεις του ιδίου άρθρου προβλέπεται η λειτουργία Γραφείων για την εξασφάλιση της γραμματειακής εξυπηρέτησης του Υπαρχηγού, των Γενικών Επιθεωρητών και του Προϊστάμενου Επιτελείου. Τα Γραφεία αυτά, καθώς και το Επιτελικό Γραφείο Αρχηγού εξυπηρετούνται διοικητικά και διαχειριστικά από τις Διευθύνσεις του Επιτελείου.
Με το άρθρο 16 καθορίζονται η αποστολή και η εσωτερική διάρθρωση του Κλάδου Τάξης και προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες των επιμέρους Διευθύνσεών του. Επισημαίνεται η έμφαση η οποία δίνεται στους τομείς της εξυπηρέτησης των πολιτών και της συνεργασίας της Ελληνικής Αστυνομίας με τοπικούς φορείς και ιδιώτες σε κοινού ενδιαφέροντος θέματα δημοτικής αστυνόμευσης, με τη σύσταση Διεύθυνσης Εξυπηρέτησης Πολιτών και Δημοτικής Αστυνόμευσης. Η ρύθμιση αυτή εναρμονίζεται πλήρως με την ανάληψη των αρμοδιοτήτων της δημοτικής αστυνόμευσης από την Ελληνική Αστυνομία και τις οργανωτικές μεταβολές που επιβάλλεται να γίνουν προς το σκοπό αυτό σε περιφερειακό επίπεδο. Ειδικότερα, η Διεύθυνση Εξυπηρέτησης Πολιτών και Δημοτικής Αστυνόμευσης θα αποτελέσει την κορυφή της σχετικής καθετοποιημένης δομής τη βάση της οποίας θα αποτελούν οι περιφερειακές Υπηρεσίες δημοτικής αστυνόμευσης. Επισημαίνεται, επίσης, η σύσταση τόσο στον Κλάδο Τάξης, όσο και στους Κλάδους Ασφάλειας και Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων, Διεύθυνσης Επιχειρησιακού Σχεδιασμού και Υποστήριξης, η οποία είναι αρμόδια, ιδίως, για την εκπόνηση επιχειρησιακών σχεδίων και τη μελέτη, ανάλυση και αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των περιφερειακών Υπηρεσιών του αντίστοιχου Κλάδου, καθώς και για τη γραμματειακή και διοικητική εξυπηρέτηση των οικείων Διευθύνσεων, ώστε να εξασφαλίζεται η σχετική αυτονομία του Κλάδου.
- Με το άρθρο 17 καθορίζονται η αποστολή και η εσωτερική διάρθρωση του Κλάδου Ασφάλειας και προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες των επιμέρους Διευθύνσεών του. Επίσης, προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες των Διευθύνσεων Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος, Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας και Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, οι οποίες αποτελούν Κεντρικές Υπηρεσίες του Κλάδου, με τοπική αρμοδιότητα σε ολόκληρη την επικράτεια. Προβλέπεται, ακόμη, η λειτουργία Υποδιευθύνσεων Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος και Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας, Βορείου Ελλάδος, με τοπική αρμοδιότητα, ως προς το ειδικό αντικείμενο της αποστολής τους, στις περιοχές της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης και των Περιφερειακών Διευθύνσεων Ασφάλειας Μακεδονίας και Θράκης και Δυτικής Μακεδονίας και Ηπείρου. Ειδικότερα, ως προς τις ανωτέρω Διευθύνσεις προβλέπονται τα εξής:
Διεύθυνση Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος: Πρόκειται για μια νέα Κεντρική Υπηρεσία, η οποία έχει ως αποστολή την πρόληψη και καταστολή εξαιρετικά σοβαρών ποινικών αδικημάτων και ιδίως αδικημάτων που έχουν τα χαρακτηριστικά του οργανωμένου εγκλήματος. Η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος σ’ ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια.
Διεύθυνση Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας: Η Διεύθυνση αυτή εδρεύει στην Αττική και έχει ως αποστολή την αντιμετώπιση των ειδικών εγκλημάτων βίας και, ειδικότερα, την πρόληψη και καταστολή τρομοκρατικών και εξτρεμιστικών εγκληματικών ενεργειών που στρέφονται κατά της ασφάλειας του κράτους και του δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς και κατά προσώπων ή πραγμάτων της χώρας μας ή άλλης χώρας.
Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος: Η αποστολή της συνίσταται στην ανακάλυψη, εξιχνίαση και δίωξη των εγκληματικών πράξεων που διαπράττονται μέσω του διαδικτύου και των άλλων μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας και αποθήκευσης και ιδίως σε βάρος ανηλίκων, καθώς και στο χειρισμό υποθέσεων παράνομης διείσδυσης σε υπολογιστικά προγράμματα και κλοπής, καταστροφής ή παράνομης διακίνησης λογισμικού, υλικού, ψηφιακών δεδομένων και οπτικοακουστικών έργων. Επιπλέον, η Διεύθυνση Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος παρέχει συνδρομή στις αρμόδιες Κρατικές Υπηρεσίες αναφορικά με την αποτροπή αυτοκτονιών που αναγγέλλονται μέσω διαδικτύου, καθώς και στις Υπηρεσίες που διερευνούν υποθέσεις που εντάσσονται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία.
Με το άρθρο 18 συγκροτείται, για πρώτη φορά, Κλάδος Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων, προς το σκοπό ενιαίας, πληρέστερης, αμεσότερης και αποτελεσματικότερης αντιμετώπισης και διαχείρισης των αλλοδαπών, της παράνομης εισόδου, εξόδου και παραμονής αλλοδαπών στη χώρα και γενικά του μεταναστευτικού φαινομένου, καθορίζονται η αποστολή και η εσωτερική του διάρθρωση και προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες των επιμέρους Διευθύνσεών του. Επισημαίνεται ιδιαίτερα η σύσταση δύο νέων Διευθύνσεων (Προστασίας Συνόρων και Δίωξης Παράνομης Μετανάστευσης), με αρμοδιότητα μεταξύ άλλων την αποτροπή παράνομης εισόδου αλλοδαπών στο ελληνικό έδαφος, την απομάκρυνση των αλλοδαπών που αποπειρώνται παράνομη είσοδο στη χώρα και τον εντοπισμό και σύλληψη των προσώπων που διακινούν παράνομα μετανάστες ή διευκολύνουν την παράνομη είσοδο και εργασία των αλλοδαπών (Διεύθυνση Προστασίας Συνόρων) καθώς και τον έλεγχο της τήρησης των διατάξεων που αφορούν την είσοδο, παραμονή και εργασία των αλλοδαπών στη χώρα (Διεύθυνση Δίωξης Παράνομης Μετανάστευσης).
Με το άρθρο 19 καθορίζονται η αποστολή και η εσωτερική διάρθρωση του Επιτελείου και προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες των επιμέρους Διευθύνσεών του. Το Επιτελείο, ουσιαστικά, χειρίζεται σε κεντρικό επιτελικό επίπεδο τα θέματα διοικητικής, οικονομικής και νομικής φύσεως και υλικοτεχνικού εξοπλισμού και υποστηρίζει, στα θέματα αυτά και τους λοιπούς Κλάδους της Ελληνικής Αστυνομίας. Σημειώνεται ότι στο Επιτελείο εντάσσεται και η Διεύθυνση Τεχνικών Εφαρμογών, στην οποία υπάγεται διοικητικά η Υποδιεύθυνση Τεχνικών Εφαρμογών Βορείου Ελλάδος και σε αυτές θα λειτουργούν στο εξής τα συνεργεία επισκευής των μεταφορικών μέσων της Ελληνικής Αστυνομίας. Επίσης, με την παράγραφο 13 του άρθρου αυτού καθιερώνεται η εκπόνηση του 5ετούς Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Προγράμματος της Ελληνικής Αστυνομίας (Σ.Ε.Π.Ε.Α.), το οποίο καταρτίζεται με μέριμνα της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Στρατηγικού Σχεδιασμού του Επιτελείου και εξειδικεύεται σε επιμέρους στρατηγικούς και επιχειρησιακούς άξονες, αναφορικά με την οργανωτική δομή, τη διαχείριση των ανθρωπίνων πόρων, τον προϋπολογισμό, συνολικά και ανά οργανωτική δομή και γενικά τους στρατηγικούς και επιχειρησιακούς στόχους, τον εκσυγχρονισμό και την αναπτυξιακή προοπτική του Σώματος.
Με το άρθρο 20 καθορίζονται η υπαγωγή και οι αρμοδιότητες του Επιτελικού Γραφείου Αρχηγού. Ειδικότερα, το Επιτελικό Γραφείο Αρχηγού, στο οποίο λειτουργεί και το υπασπιστήριο, υπάγεται απευθείας στον Αρχηγό του Σώματος και έχει ως αποστολή την υποστήριξη του Αρχηγού στην εκπλήρωση των καθηκόντων του αναφορικά με το συντονισμό, την εποπτεία και τον έλεγχο των Κλάδων, του Επιτελείου και των άλλων Υπηρεσιών του Σώματος.
Με το άρθρο 21 καθορίζονται το επίπεδο και η αποστολή του Ενιαίου Συντονιστικού Κέντρου Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων. Με τη ρύθμιση αυτή συγκροτείται, στον κεντρικό πυρήνα της Ελληνικής Αστυνομίας, μια βασική και ενιαία λειτουργική μονάδα, η αποστολή της οποίας διακρίνεται σε δύο επιμέρους κατευθύνσεις. Αφενός μεν στον επιχειρησιακό συντονισμό των περιφερειακών Υπηρεσιών του Σώματος και την εξασφάλιση της επικοινωνίας και της διαλειτουργικότητάς τους, προς το σκοπό αποτελεσματικότερης αντιμετώπισης κάθε μορφής εγκληματικότητας και κυρίως του οργανωμένου εγκλήματος, αφετέρου δε στον επιτελικό σχεδιασμό, την οργάνωση και τη δοκιμασία του συστήματος χειρισμού κρίσιμων περιστατικών της Ελληνικής Αστυνομίας, την τήρηση των επιχειρησιακών σχεδίων ανταπόκρισης, καθώς και την παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης κατά τη διαχείριση κρίσιμων περιστατικών. Το Ενιαίο Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων αποτελεί ένα απολύτως αναγκαίο και καθοριστικής σημασίας «εργαλείο», το οποίο, εκτός των άλλων, εξασφαλίζει στη φυσική ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας τη δυνατότητα άμεσης ενημέρωσης και αντίδρασης σε μείζονος σημασίας περιστατικά, παρέχει τη δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης και κατά συνέπεια αμεσότερης ανταπόκρισης του Σώματος σε περιπτώσεις γεγονότων, τα οποία μπορούν να μετεξελιχθούν σε κρίσεις στον τομέα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας και επιπλέον λειτουργεί ως συμβουλευτικό όργανο του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη σε περιπτώσεις γενικευμένων κρίσεων εσωτερικής ασφάλειας σε εθνικό επίπεδο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
Αυτοτελείς Κεντρικές Υπηρεσίες
Με το άρθρο 22 καθορίζονται η συγκρότηση και η αποστολή της Διεύθυνσης Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών. Πρόκειται για μια νέα αυτοτελή Κεντρική Υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία έχει ως αποστολή τη συλλογή, αξιολόγηση, ταξινόμηση, ανάλυση, διαβάθμιση και διάθεση, στις αρμόδιες για την αξιοποίησή τους Υπηρεσίες, επεξεργασμένων ή μη πληροφοριών, προς το σκοπό αντιμετώπισης κάθε μορφής εγκληματικότητας και ιδίως της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, τηρουμένων, σε κάθε περίπτωση των διατάξεων αναφορικά με την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Επίσης, για την εκπλήρωση της ειδικής της αποστολής η Διεύθυνση Διαχείρισης και Ανάλυσης Πληροφοριών δύναται να χρησιμοποιεί ή να διαθέτει σε άλλες καθ’ ύλην αρμόδιες Υπηρεσίες τα απαραίτητα για το σκοπό αυτό τεχνικά μέσα και εξοπλισμό, τηρουμένων, βεβαίως, των ισχυουσών για τη χρήση των μέσων και του εξοπλισμού αυτού διατάξεων.
Με το άρθρο 23 προβλέπεται η λειτουργία της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων και της Υποδιεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων Βορείου Ελλάδος σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2719/1999 και του π.δ.179/1999, όπως ισχύουν κάθε φορά.
Με το άρθρο 24 καθορίζονται η αποστολή και η τοπική αρμοδιότητα της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας. Ειδικότερα, η Διεύθυνση αυτή είναι αρμόδια για την πρόληψη, έρευνα και καταστολή οικονομικών εγκλημάτων και ιδίως εγκλημάτων που τελέστηκαν σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του δημοσίου και της εθνικής οικονομίας γενικότερα ή οικονομικών εγκλημάτων που εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά του οργανωμένου εγκλήματος, καθώς και στην έρευνα, πρόληψη και καταστολή της αδήλωτης και της ανασφάλιστης εργασίας και της εισφοροδιαφυγής, ακόμη και στις περιπτώσεις που δεν συνιστούν αξιόποινες πράξεις. Στο πλαίσιο αυτό η Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας παρακολουθεί συνεχώς, αναλύει και αξιολογεί σημαντικά οικονομικά γεγονότα, κινήσεις και εξελίξεις, σε εσωτερικό και διεθνές περιβάλλον, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ή ειδικό ως προς την αποστολή της ενδιαφέρον και σε συντρέχουσα περίπτωση επιλαμβάνεται σχετικά, συνεργαζόμενη προς τούτο σε πληροφοριακό ή και σε επιχειρησιακό επίπεδο με συναρμόδιες Αρχές, Υπηρεσίες και Φορείς.
Με το άρθρο 25 καθορίζονται η αποστολή και η συγκρότηση της Διεύθυνσης Προστασίας Επισήμων και Ευπαθών Στόχων και οι επιμέρους αρμοδιότητες των Υπηρεσιών της. Ειδικότερα, στο πλαίσιο της Διεύθυνσης λειτουργούν σε επίπεδο Υποδιεύθυνσης, οι Υπηρεσίες Προστασίας Προέδρου της Δημοκρατίας, Προστασίας Προέδρου της Κυβέρνησης, Ασφάλειας της Βουλής των Ελλήνων, Ασφάλειας Μελών Κυβέρνησης και Πολιτικών Προσώπων, Προστασίας Μαρτύρων και Ευπαθών Στόχων και Προστασίας Διπλωματικών Αποστολών και Αλλοδαπών Αξιωματούχων. Με τη ρύθμιση αυτή συγκροτείται μια σταθερή και ενιαία δομή των Υπηρεσιών που έχουν ως κύρια αποστολή τη φύλαξη, την προστασία και την ασφάλεια των πολιτειακών, πολιτικών ή άλλων επισήμων ή μη προσώπων τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας, των αρχηγών ξένων κρατών, μελών διπλωματικών αποστολών και πολιτικών ή άλλων επισήμων αλλοδαπών αξιωματούχων και προσωπικοτήτων κατά τη διάρκεια παραμονής τους στη χώρα μας, τη φρούρηση ή τη μέριμνα για τη φρούρηση ή την επιτήρηση κατοικιών, κτιρίων, γραφείων και εγκαταστάσεων, τα οποία, λόγω της ιδιότητας του ιδιοκτήτη τους, του προορισμού τους ή των προσώπων που εργάζονται ή κατοικούν σ’ αυτά, είναι πιθανό να αποτελέσουν στόχο δολιοφθοράς ή άλλης εγκληματικής ενέργειας, καθώς και την υλοποίηση των μέτρων προστασίας των ουσιωδών μαρτύρων, των προσώπων που κατά το άρθρο 187Α ΠΚ βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων ή και των οικείων τους (άρθρο 9 ν.2928/2001, Α΄141, όπως ισχύει).
Με το άρθρο 26 καθορίζονται η συγκρότηση και η αποστολή της Διεύθυνσης Ειδικών Αστυνομικών Δυνάμεων και των Υπηρεσιών, οι οποίες τη συγκροτούν. Πρόκειται για μια νέα αυτοτελή Κεντρική Υπηρεσία επιπέδου Διεύθυνσης, η σύσταση της οποίας επιβλήθηκε από την ανάγκη αναβάθμισης του επιπέδου εποπτείας, ελέγχου και επιχειρησιακού συντονισμού των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, οι οποίες έχουν ειδικά λειτουργικά και κυρίως επιχειρησιακά χαρακτηριστικά και υποστηρίζουν και ενισχύουν το έργο των άλλων Υπηρεσιών του Σώματος σε περιπτώσεις που απαιτείται η εξειδικευμένη επιχειρησιακή τους δράση. Με τη ρύθμιση αυτή, στη Διεύθυνση Ειδικών Αστυνομικών Δυνάμεων εντάσσονται οι ακόλουθες Υπηρεσίες, οι οποίες λειτουργούν σε επίπεδο Υποδιεύθυνσης:
α. Η Υπηρεσία Εναέριων Μέσων της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία έχει ως αποστολή την από αέρος υποστήριξη και ενίσχυση του έργου των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, προς το σκοπό εκπλήρωσης της αποστολής τους,
β. η Υπηρεσία Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών και Συνοδών Αστυνομικών Σκύλων, η οποία είναι αρμόδια για την επισήμανση, περισυλλογή, εξουδετέρωση και καταστροφή εκρηκτικών μηχανισμών και αυτοσχέδιων βομβών στους χώρους τοπικής αρμοδιότητας της Ελληνικής Αστυνομίας, πλην εκείνων για τους οποίους ειδικές διατάξεις προβλέπουν αρμοδιότητα των ενόπλων δυνάμεων, καθώς και για τη διάθεση συνοδών – χειριστών αστυνομικών σκύλων όλων των προβλεπόμενων από τις ισχύουσες διατάξεις κατηγοριών,
γ. η Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα, η οποία έχει ως αποστολή τη διάθεση δυνάμεων για την αποτελεσματική αντιμετώπιση σοβαρών και εξαιρετικά επικίνδυνων καταστάσεων για τις οποίες απαιτείται επέμβαση ειδικά εκπαιδευμένων και πλήρως εξοπλισμένων με σύγχρονα όπλα και υλικά μέσα αστυνομικών δυνάμεων.
Με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου συγκροτείται και Υποδιεύθυνση Ειδικών Αστυνομικών Δυνάμεων Βορείου Ελλάδος, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, η οποία υπάγεται διοικητικά στη Διεύθυνση Ειδικών Αστυνομικών Δυνάμεων και ασκεί στην περιοχή τοπικής αρμοδιότητας της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης και των Περιφερειακών Διευθύνσεων Ασφάλειας Μακεδονίας και Θράκης και Δυτικής Μακεδονίας και Ηπείρου τις αρμοδιότητες της Υπηρεσίας Εξουδετέρωσης Εκρηκτικών Μηχανισμών και Συνοδών Αστυνομικών Σκύλων και της Ειδικής Κατασταλτικής Αντιτρομοκρατικής Μονάδας.
Με το άρθρο 27 καθορίζονται η έδρα και η αποστολή της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών ως Εθνικής Εγκληματολογικής Υπηρεσίας της χώρας και ως εθνικού σημείου επαφής για τους σκοπούς των άρθρων 6 και 11 της απόφασης 2008/615/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 2008. Με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου προβλέπεται η λειτουργία Υποδιεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών Βορείου Ελλάδος, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, διοικητική υπαγωγή στη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών και τοπική αρμοδιότητα, η οποία ταυτίζεται με εκείνη της Διεύθυνσης Ασφάλειας Θεσσαλονίκης και των Περιφερειακών Διευθύνσεων Ασφάλειας Μακεδονίας και Θράκης και Δυτικής Μακεδονίας και Ηπείρου.
Με το άρθρο 28 καθορίζεται η αποστολή της Διεύθυνσης Υγειονομικού της Ελληνικής Αστυνομίας, η οποία συνίσταται στην άσκηση της υγειονομικής υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας.
Με το άρθρο 29 καθορίζονται η έδρα και η αποστολή της Διεύθυνσης Οικονομικής Επιθεώρησης, ως κεντρικής ελεγκτικής Υπηρεσίας επί οικονομικών θεμάτων όλων των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς και άλλων Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη των οποίων ο οικονομικός έλεγχος ανατίθεται σ’ αυτήν με ειδικές διατάξεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
Περιφερειακές Υπηρεσίες
Με το άρθρο 30 καθορίζονται η έδρα, η αποστολή και η γενική διάρθρωση των Περιφερειακών Υπηρεσιών που υπάγονται απευθείας στους Κλάδους Τάξης, Ασφάλειας, Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων. Στις Υπηρεσίες αυτές, εκτός των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης και των δώδεκα (12) Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων, περιλαμβάνονται οι Διευθύνσεις Ασφάλειας Αττικής και Θεσσαλονίκης, οι Περιφερειακές Διευθύνσεις Ασφάλειας οι οποίες συγκροτούνται για πρώτη φορά και οι Διευθύνσεις Αλλοδαπών Αττικής και Θεσσαλονίκης.
Με το άρθρο 31 καθορίζονται η συγκρότηση και η έδρα των Γενικών Αστυνομικών Διευθύνσεων Αττικής και Θεσσαλονίκης και προσδιορίζεται το πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του Επιτελείου τους και των Διευθύνσεων οι οποίες τις συγκροτούν.
Με το άρθρο 32 καθορίζονται η αποστολή, η συγκρότηση και η έδρα των Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων της χώρας. Οι Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις συγκροτούν εφεξής τους βασικούς επιτελικούς και συντονιστικούς πυρήνες της Ελληνικής Αστυνομίας, σε περιφερειακό επίπεδο, στα θέματα γενικής αστυνόμευσης, τροχαίας και αλλοδαπών και προστασίας συνόρων, καθώς συντονίζουν, εποπτεύουν και ελέγχουν άμεσα όλες τις υφιστάμενες Υπηρεσίες τους που λειτουργούν στην περιοχή της εδαφικής τους δικαιοδοσίας, η οποία ταυτίζεται με την περιφέρεια των αντίστοιχων διοικητικών Περιφερειών της χώρας. Περαιτέρω, στο επιτελικό και διοικητικό έργο των Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων ενσωματώνονται επιτελικές και διοικητικές αρμοδιότητες, που μέχρι σήμερα ασκούνται από τις Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών, οι οποίες καταργούνται. Με τη ρύθμιση αυτή μειώνονται τα ιεραρχικά διοικητικά επίπεδα, διευκολύνεται η διαδικασία λήψης και διαβίβασης εντολών και εξασφαλίζεται ο αμεσότερος και αποτελεσματικότερος συντονισμός, εποπτεία και έλεγχος των Περιφερειακών Υπηρεσιών σε θέματα Τάξης από τον οικείο Περιφερειακό Αστυνομικό Διευθυντή. Για τον πληρέστερο συντονισμό, εποπτεία και έλεγχο των Υπηρεσιών κάθε Περιφερειακής Αστυνομικής Διεύθυνσης, τοποθετείται, βάσει της διάταξης της παραγράφου 3 του άρθρου 36, ο αναγκαίος αριθμός Υποδιευθυντών στους οποίους οι οικείοι Περιφερειακοί Αστυνομικοί Διευθυντές αναθέτουν την άμεση εποπτεία, συντονισμό και έλεγχο των Υπηρεσιών που λειτουργούν στις περιοχές των νομών της εδαφικής τους δικαιοδοσίας.
Με το άρθρο 33 καθορίζονται η έδρα, η συγκρότηση και η αποστολή των Διευθύνσεων και Περιφερειακών Διευθύνσεων Ασφάλειας. Ειδικότερα, με διατάξεις του άρθρου αυτού:
α. Ιδρύονται οκτώ (8) Περιφερειακές Διευθύνσεις Ασφάλειας. Κάθε Διεύθυνση Ασφάλειας συντίθεται από έναν κεντρικό επιχειρησιακό πυρήνα, διαρθρωμένο σε Υποδιευθύνσεις προκειμένου για τις Διευθύνσεις Ασφάλειας Αττικής και Θεσσαλονίκης ή σε Τμήματα προκειμένου για τις λοιπές Περιφερειακές Διευθύνσεις Ασφάλειας, καθώς και από τις αυτοτελείς Υποδιευθύνσεις και Τμήματα Ασφαλείας που υπάγονται διοικητικά σ’ αυτήν. Οι Υποδιευθύνσεις ή τα Τμήματα του κεντρικού επιχειρησιακού πυρήνα επιλαμβάνονται σε ολόκληρη την περιοχή της τοπικής αρμοδιότητας της οικείας Διεύθυνσης Ασφάλειας επί σοβαρών ζητημάτων της καθ’ ύλην αρμοδιότητάς τους, πλην εκείνων στα οποία επιλαμβάνονται οι Διευθύνσεις Δίωξης Οργανωμένου Εγκλήματος, Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων Βίας, Οικονομικής Αστυνομίας, Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, καθώς και οι Διευθύνσεις Ασφάλειας Αττικής ή Θεσσαλονίκης προκειμένου για τα Τμήματα του κεντρικού πυρήνα των λοιπών Διευθύνσεων Ασφάλειας. Οι αυτοτελείς Υποδιευθύνσεις και τα Τμήματα Ασφάλειας επιλαμβάνονται σε υποθέσεις της καθ’ ύλην αρμοδιότητάς τους εντός της περιοχής της εδαφικής τους δικαιοδοσίας, πλην εκείνων για τις οποίες έχουν επιληφθεί άλλες Υπηρεσίες Ασφάλειας κατά τα ανωτέρω,
β. παρέχεται η δυνατότητα στις Διευθύνσεις Ασφάλειας Αττικής και Θεσσαλονίκης να επιλαμβάνονται, κατόπιν εγκρίσεως ή διαταγής του Γενικού Επιθεωρητή Ασφάλειας, της διερεύνησης αδικημάτων της καθ’ ύλην αρμοδιότητάς τους και σε εκτός της εδαφικής τους δικαιοδοσίας περιοχές σε σοβαρές ή ειδικές περιπτώσεις που συγκινούν ιδιαίτερα την κοινή γνώμη ή απαιτούν ιδιαίτερη εμπειρία και εξειδικευμένη γνώση ή πιθανολογείται η ανάπτυξη εγκληματικής δραστηριότητας σε περιοχές περισσοτέρων της μιας Διευθύνσεων Ασφάλειας. Προς τούτο, η Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής δύναται να επιλαμβάνεται και στις περιοχές των Περιφερειακών Διευθύνσεων Ασφάλειας Στερεάς Ελλάδος και Θεσσαλίας, Δυτικής Ελλάδος, Πελοποννήσου και Ιονίων Νήσων, Αιγαίου και Κρήτης, ενώ η Διεύθυνση Ασφάλειας Θεσσαλονίκης και στις περιοχές των Περιφερειακών Διευθύνσεων Ασφάλειας Μακεδονίας και Θράκης και Δυτικής Μακεδονίας και Ηπείρου. Κατ’ εξαίρεση, σε ιδιαιτέρως σοβαρές περιπτώσεις, κατόπιν διαταγής του Γενικού Επιθεωρητή Ασφάλειας και σχετικής έγκρισης του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, η Διεύθυνση Ασφάλειας Αττικής δύναται να επιλαμβάνεται επί θεμάτων της καθ’ ύλην αρμοδιότητάς της σε ολόκληρη την επικράτεια. Στις περιπτώσεις δραστηριοποίησης των Διευθύνσεων Ασφάλειας Αττικής και Θεσσαλονίκης εκτός της εδαφικής τους δικαιοδοσίας, κατά τα ανωτέρω, ενημερώνονται ο Περιφερειακός Αστυνομικός Διευθυντής και ο Διευθυντής της Περιφερειακής Διεύθυνσης Ασφάλειας στην περιοχή των οποίων πρόκειται εκδηλωθεί η επιχειρησιακή δράση προκειμένου να παράσχουν, εφόσον τους ζητηθεί, κάθε σχετική συνδρομή και διευκόλυνση.
Με το άρθρο 34 καθορίζονται η έδρα, η υπαγωγή, η γενική διάρθρωση και η αρμοδιότητα των Διευθύνσεων Αλλοδαπών Αττικής και Θεσσαλονίκης.
Με το άρθρο 35 θεσπίζεται η δυνατότητα συγκρότησης ειδικών Ομάδων, Μονάδων και Κλιμακίων στις Περιφερειακές Υπηρεσίες των Κλάδων. Επισημαίνεται ότι δεν πρόκειται για ίδρυση αυτοτελών Υπηρεσιών, αλλά για αμιγώς επιχειρησιακές συνθέσεις, η συγκρότηση των οποίων πραγματοποιείται με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, κατόπιν σχετικών εισηγήσεων των Γενικών Επιθεωρητών Τάξης, Ασφάλειας και Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων και έχει σκοπό την αναβάθμιση του επιπέδου αντίδρασης και την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του Σώματος, ιδίως σε ειδικές, επείγουσες ή σοβαρές καταστάσεις ή γεγονότα. Στο πλαίσιο αυτό προβλέπεται η συγκρότηση Κινητών Αστυνομικών Μονάδων (Κ.Α.Μ.), Ομάδων Προληπτικής Αστυνόμευσης (Ο.Π.Α.) και Ομάδων Δίκυκλης Αστυνόμευσης (ΔΙ.ΑΣ.), στις Γενικές Αστυνομικές Διευθύνσεις Αττικής και Θεσσαλονίκης και στις Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις του Κλάδου Τάξης, Ομάδων Πρόληψης και Καταστολής Εγκληματικότητας (Ο.Π.Κ.Ε.) και Ομάδων Ειδικών Δράσεων (Ο.Ε.Δ.) στις Διευθύνσεις και τις Περιφερειακές Διευθύνσεις του Κλάδου Ασφάλειας και Ειδικών Ομάδων Δίωξης Παράνομης Μετανάστευσης στις Διευθύνσεις Αλλοδαπών του Κλάδου Αλλοδαπών και Προστασίας Συνόρων και στις Περιφερειακές Αστυνομικές Διευθύνσεις. Οι Ομάδες και οι Μονάδες αυτές μπορούν να δραστηριοποιούνται σε ευρύτερες της τοπικής αρμοδιότητάς τους περιοχές, κατόπιν σχετικής διαταγής του Αρχηγού, στο πλαίσιο της αμοιβαίας διακλαδικής συνεργασίας και προς το σκοπό περαιτέρω ενίσχυσης της κοινής και συντονισμένης αστυνομικής επιχειρησιακής δράσης. Επίσης, παρέχεται εξουσιοδότηση στον Αρχηγό της Ελληνικής Αστυνομίας να ρυθμίζει με διαταγή του τα ειδικότερα ζητήματα και τις λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου αυτού αναφορικά με την εκπαίδευση του προσωπικού, τη σύνθεση, τον εξοπλισμό, την επιχειρησιακή τακτική και δράση των εν λόγω Ομάδων και των Μονάδων, καθώς και να προβαίνει στην ίδρυση Κλιμακίων Υπηρεσιών, στις περιπτώσεις που ειδικοί ή σοβαροί λόγοι επιβάλλουν τη μόνιμη και επί μακρόν αστυνομική παρουσία και δράση σε περιοχές, εκτός της έδρας και εντός της τοπικής αρμοδιότητας των Υπηρεσιών αυτών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
Συντονισμός Υπηρεσιών - Διοίκηση
Με το άρθρο 36 ρυθμίζονται θέματα συντονισμού των Κεντρικών και Περιφερειακών Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας σε όλα τα ιεραρχικά επίπεδα, ώστε να εξασφαλίζεται η συνεχής, συντονισμένη και αλληλοσυμπληρωματική τους δράση και καθορίζονται τα όργανα τα οποία αποφαίνονται σε περιπτώσεις λειτουργικών και επιχειρησιακών δυσλειτουργιών και προβλημάτων, προκειμένου αυτά να επιλύονται άμεσα και ουσιαστικά και να μην επηρεάζουν αρνητικά τη συνεργασία, τη δράση, τη συνοχή του προσωπικού και κατ’ επέκταση την αποτελεσματικότητα των Υπηρεσιών και του Σώματος γενικότερα. Επισημαίνεται ιδιαίτερα η υποχρέωση στενής συνεργασίας των οργάνων διοίκησης των Υπηρεσιών, σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο, ως βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική υλοποίηση της στρατηγικής κατεύθυνσης των Κλάδων και κατ’ επέκταση για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής του Σώματος.
Με το άρθρο 37 ρυθμίζονται θέματα διοίκησης των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας και μεταβίβασης αρμοδιοτήτων και του δικαιώματος υπογραφής «με εντολή τους» του Αρχηγού και βασικών οργάνων διοίκησης του Σώματος προς υφιστάμενα όργανα.
Με το άρθρο 38 καθορίζεται ο βαθμός των διοικούντων της Ελληνικής Αστυνομίας και των Υπηρεσιών αυτής, κατά ιεραρχικό επίπεδο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
Αναβάθμιση – αναδιοργάνωση της Αστυνομικής Ακαδημίας
Με το άρθρο 39 μεταβάλλεται ο χαρακτήρας και αναβαθμίζονται η δομή και η λειτουργία της Αστυνομικής Ακαδημίας, με βασικό στόχο την παροχή υψηλού επιπέδου επαγγελματικής και ακαδημαϊκής εκπαίδευσης στους φοιτητές των παραγωγικών της Σχολών (Αστυφυλάκων και Αξιωματικών) και άρτια, σύγχρονη και διαρκή μετεκπαίδευση, επιμόρφωση και εξειδίκευση στο εν ενεργεία προσωπικό του Σώματος, μέσω των Σχολών Μετεκπαίδευσης - Επιμόρφωσης και Εθνικής Ασφάλειας. Στο πλαίσιο αυτό, η Αστυνομική Ακαδημία παύει πλέον να υφίσταται και να λειτουργεί ως αυτοτελής κεντρική Υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας και αποτελεί, εφεξής, Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, το οποίο θα εποπτεύεται από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, μέσω του Επιτελείου της Ελληνικής Αστυνομίας και τον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ειδικότερα, με ρυθμίσεις του άρθρου αυτού:
α. Καθορίζονται ο χαρακτήρας, το καθεστώς λειτουργίας και η αποστολή της Αστυνομικής Ακαδημίας,
β. θεσπίζεται η δυνατότητα πρόσβασης των αποφοίτων των Σχολών της σε μεταπτυχιακά προγράμματα των ανώτατων και ανώτερων εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της χώρας ή και του εξωτερικού με συναφή προς την αποστολή της Ελληνικής Αστυνομίας και τα ειδικότερα καθήκοντα του προσωπικού αντικείμενα,
γ. καθορίζεται η συγκρότησή της, η οποία περιλαμβάνει το Επιτελείο, τη Σχολή Αστυφυλάκων, τη Σχολή Αξιωματικών, τη Σχολή Μετεκπαίδευσης - Επιμόρφωσης και τη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας,
δ. προσδιορίζεται το επίπεδο των παραγωγικών της Σχολών, κατ’ αντιστοιχία προς εκείνο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των παραγωγικών Σχολών των Ενόπλων Δυνάμεων. Συγκεκριμένα, η Σχολή Αστυφυλάκων ανήκει στην ανώτερη βαθμίδα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και είναι ισότιμη προς τα αντίστοιχου επιπέδου εκπαιδευτικά Ιδρύματα, ενώ η Σχολή Αξιωματικών είναι ισότιμη με τα Ιδρύματα και τις Σχολές του Πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης και τις αντίστοιχες Σχολές των Ενόπλων Δυνάμεων. Ως ανώτερη Σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης θεωρείται και το Τμήμα Επαγγελματικής Μετεκπαίδευσης Ανθυπαστυνόμων της Σχολής Μετεκπαίδευσης και Επιμόρφωσης,
ε. καθορίζονται τα βασικά εκπαιδευτικά όργανα της Αστυνομικής Ακαδημίας και ρυθμίζονται τα θέματα της συγκρότησης του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου και της επιλογής του διευθυντή σπουδών και του εκπροσώπου του διδακτικού προσωπικού κάθε Σχολής, καθώς και η διαδικασία υποβολής και το χρονοδιάγραμμα έγκρισης, σε ετήσια βάση, της εισηγήσεως αναφορικά με το πρόγραμμα σπουδών, τη διδακτέα ύλη, τα εκπαιδευτικά βοηθήματα και γενικά για κάθε θέμα που αφορά στην εκπαιδευτική και ακαδημαϊκή λειτουργία της Σχολής,
στ. ρυθμίζονται οι βασικές διαδικασίες επιλογής του διδακτικού προσωπικού,
ζ. θεσπίζεται η δυνατότητα οργάνωσης από τη Σχολή Αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας, είτε αυτοτελώς είτε σε συνεργασία με Α.Ε.Ι. της χώρας ή αντίστοιχου επιπέδου εκπαιδευτικά ιδρύματα άλλων χωρών, μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών και καθορίζεται το σχετικό πλαίσιο υλοποίησής τους,
η. θεσπίζεται η λειτουργία στο Επιτελείο της Αστυνομικής Ακαδημίας Υπηρεσίας Οικονομικής Διαχείρισης και Τεχνικής Υποστήριξης και καθορίζονται οι αρμοδιότητές της,
θ. προσδιορίζονται οι οικονομικοί πόροι της Αστυνομικής Ακαδημίας, οι οποίοι περιλαμβάνουν την ετήσια κρατική επιχορήγηση, που εγγράφεται στον προϋπολογισμό εξόδων του ΕΦ.43-110 «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ», τις προσόδους από τη μίσθωση ή κατ’ άλλον τρόπο αξιοποίηση περιουσιακών της στοιχείων, τα έσοδα από τη συμμετοχή της σε εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης και τις κάθε είδους εισφορές, επιχορηγήσεις, δωρεές, κληρονομιές, κληροδοσίες και γενικά πόρους συναφείς προς το σκοπό και την αποστολή της,
ι. προβλέπεται η τοποθέτηση, με απόφαση του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, ως διοικητή της Αστυνομικής Ακαδημίας, αξιωματικού με το βαθμό του Υποστράτηγου ή Ταξίαρχου. Επίσης, καθορίζεται ο βαθμός των αξιωματικών που ορίζονται ως υποδιοικητής της Αστυνομικής Ακαδημίας και ως διοικητές των Σχολών της,
ια. παρέχεται η εξουσιοδότηση έκδοσης, μετά από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, προεδρικών διαταγμάτων, με τα οποία θα ρυθμίζονται στο πλαίσιο του άρθρου αυτού τα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας της Αστυνομικής Ακαδημίας και των Σχολών της, της διδακτέας ύλης, του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού και γενικά κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Τα προεδρικά διατάγματα αυτά κωδικοποιούνται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και απαρτίζουν τον κανονισμό εκπαίδευσης του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
Τελικές – Μεταβατικές και άλλες διατάξεις
Με τις τελικές διατάξεις του άρθρου 40 ορίζεται ότι για τη ρύθμιση των θεμάτων οργάνωσης και λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας και του προσωπικού της εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 11 του ν.1481/1984 και 28 παρ. 1 του ν.2800/2000 και ότι εξακολουθούν να ισχύουν, εφόσον, δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου, διατάξεις νόμων και κανονιστικών πράξεων που ρυθμίζουν θέματα προσωπικού και Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας.
Με τις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις του άρθρου 41 προβλέπεται η συνέχιση της λειτουργίας των Υπηρεσιών της Ελληνικής Αστυνομίας σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, μέχρι την έκδοση των σχετικών με την οργάνωση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητές τους νέων κανονιστικών πράξεων, εφόσον οι διατάξεις αυτές δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου. Επίσης, προβλέπεται η λειτουργία της Αστυνομικής Ακαδημίας και των Σχολών που υπάγονται σ’ αυτήν σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, μέχρι την έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 16 του άρθρου 39.
Με το άρθρο 42 προβλέπεται η κατάργηση έξι χιλιάδων επτακοσίων (6.700) οργανικών θέσεων αστυφυλάκων γενικών καθηκόντων, που είναι κενές. Παράλληλα, συνιστώνται τριακόσιες (300) νέες οργανικές θέσεις αστυνομικού προσωπικού ειδικών καθηκόντων, προκειμένου να καλυφθούν επιτακτικές ανάγκες του Σώματος σε επιστημονικό, ιδίως, προσωπικό, ως προς ουσιώδη ειδικά αντικείμενα που ανάγονται στην εκπλήρωση της αποστολής του.
Με το άρθρο 43 αντικαθίστανται οι παράγραφοι 1 και 7 του άρθρου 13 του νόμου 2800/2000 προκειμένου να εναρμονιστεί η σύνθεση του Συμβουλίου Επιτελικού Σχεδιασμού και Διαχείρισης Κρίσεων στις μεταβολές που επέρχονται με τις διατάξεις του παρόντος σχεδίου νόμου. Επίσης, με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, αντικαθίσταται η διάταξη του δευτέρου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν.1711/1987 με την οποία καθορίζεται ο μέγιστος αριθμός του προσωπικού που στελεχώνει τις Ειδικές Κατασταλτικές Αντιτρομοκρατικές Μονάδες (Ε.Κ.Α.Μ.) και διαμορφώνεται από διακόσια (200) σε τριακόσια (300) άτομα. Η ρύθμιση αυτή είναι απολύτως αναγκαία, προκειμένου να καλυφθούν οι άμεσες και επιτακτικές υπηρεσιακές ανάγκες που προκύπτουν από τη ραγδαία αύξηση εξαιρετικά επικίνδυνων για τη δημόσια ασφάλεια περιστατικών και καταστάσεων, για την αντιμετώπιση των οποίων δεν αρκεί η παρέμβαση των συμβατικών αστυνομικών Υπηρεσιών, αλλά απαιτείται η υψηλού και άκρως εξειδικευμένου επιχειρησιακού επιπέδου εμπλοκή του ειδικά εκπαιδευμένου και εξοπλισμένου για το σκοπό αυτό προσωπικού των Ε.Κ.Α.Μ.
Με την παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 16 του ν. 2713/1999, προκειμένου να εναρμονιστεί η αποστολή του ΚΕ.Σ.Π.ΠΑ. προς τις μεταβολές που επιφέρουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του παρόντος σχεδίου νόμου. Ειδικότερα, με τη ρύθμιση αυτή το ΚΕ.Σ.Π.ΠΑ. θα συντονίζει και θα παρέχει τις επιστημονικές του κατευθύνσεις και οδηγίες προς τις Ε.Σ.Π.Α., αντί για τα ΤΟ.Σ.Π.ΠΑ., τα οποία εφεξής θα συντονίζονται από τις οικείες Ε.Σ.Π.Α.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
Άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Ελληνικής Αστυνομίας
Με το άρθρο 44 ρυθμίζονται επιμέρους ζητήματα που αφορούν την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Ελληνικής Αστυνομίας. Ειδικότερα, με την παράγραφο 1 παρέχεται δυνατότητα στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων, κατά το στάδιο της διερεύνησης καταγγελιών για την τέλεση αξιόποινων πράξεων που άπτονται της αρμοδιότητας της, να μην ανακοινώνει την ταυτότητα του καταγγέλλοντος, εφόσον η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε πληροφοριακό επίπεδο και δεν διενεργείται προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση, προκειμένου να μην αποθαρρύνονται οι καταγγέλλοντες να απευθύνονται στην Υπηρεσία υπό τον φόβο γνωστοποίησης της ταυτότητάς τους στο στάδιο αυτό και να διευκολύνεται η συλλογή σχετικών με την καταγγελία στοιχείων. Επίσης, σε περίπτωση ανώνυμης καταγγελίας, η έρευνα αναστέλλεται με πράξη του Διοικητή της Υπηρεσίας, όταν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη διερεύνησή της, μέχρι να ανακύψουν νέα δεδομένα, οπότε και δικαιολογείται η επανεξέταση της υπόθεσης. Με την εν λόγω ρύθμιση αποφεύγεται η ενασχόληση της Υπηρεσίας με υποθέσεις που δεν παρουσιάζουν καταρχήν βασιμότητα, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η λειτουργία της Υπηρεσίας. Με την παρ. 2 επεκτείνεται η υποχρέωση των αστυνομικών αρχών που διενεργούν προανάκριση για τα εγκλήματα της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 2713/1999, που διαπράττονται όχι μόνο από αστυνομικούς, αλλά και από υπαλλήλους και λειτουργούς του δημοσίου τομέα, να ενημερώνουν την Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων. Με την παράγραφο 3 προβλέπεται η μετάθεση του προσωπικού που υπηρετεί στην Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων στον τόπο συμφερόντων του με την ολοκλήρωση της αρχικής θητείας του (4 ετών), προκειμένου να ενισχυθούν τα κίνητρα μετάθεσης στην εν λόγω Υπηρεσία. Με την παράγραφο 4 προβλέπεται η τιμώρηση πράξεων που αποσκοπούν στην παρεμπόδιση της απονομής δικαιοσύνης σχετικά με εγκλήματα του άρθρου 1 του ν. 2713/1999.
Με τις διατάξεις του άρθρου 45 επιδιώκεται η αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας, στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται η πρόληψη και καταστολή οικονομικών εγκλημάτων και ιδίως αυτών που τελέστηκαν σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του Δημοσίου και της εθνικής οικονομίας γενικότερα ή εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά του οργανωμένου εγκλήματος. Προς τούτο, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, ανατίθεται στην εν λόγω Διεύθυνση η αρμοδιότητα υποβολής επί των εγκλημάτων φοροδιαφυγής, της αναγκαίας για την άσκηση της ποινικής δίωξης μηνυτήριας αναφοράς σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν.2523/1997. Περαιτέρω, προκειμένου η Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας να εκπληρώσει αποτελεσματικά την αποστολή της, με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις εξοπλίζεται με αρμοδιότητες φορολογικού και τελωνειακού ελέγχου, πλην της έκδοσης καταλογιστικών πράξεων και πράξεων επιβολής προστίμων, ώστε να προβαίνει στη διενέργεια προληπτικών ερευνών με τη μορφή του διοικητικού φορολογικού και τελωνειακού ελέγχου και σε ελέγχους τραπεζικών λογαριασμών.
Με το άρθρο 46 ρυθμίζονται θέματα που αφορούν ειδικές κατηγορίες υποψηφίων, πολύτεκνους, τρίτεκνους και τέκνα τους σχετικά με την πρόσληψή τους ως Ειδικών Φρουρών και Συνοριακών Φυλάκων στην Ελληνική Αστυνομία. Ειδικότερα, με την προτεινόμενη ρύθμιση εναρμονίζονται οι προϋποθέσεις πρόσληψης των ως άνω τρίτεκνων ως Ειδικών Φρουρών και Συνοριακών Φυλάκων στην Ελληνική Αστυνομία με τα ισχύοντα για την εισαγωγή υποψηφίων ειδικών κατηγοριών στις Σχολές Αξιωματικών και Αστυφυλάκων της Αστυνομικής Ακαδημίας (άρθρο 42 παρ. 2 ν. 1481/1984, όπως αντικαταστάθηκε τελικά με την παράγραφο 2 του άρθρου 10 του ν. 4138/2013). Επίσης, με την εν λόγω ρύθμιση αίρονται τα ηλικιακά κριτήρια και η προϋπόθεση αγαμίας των τέκνων για τη μοριοδότησή τους ως γονέων τριών τέκνων ή τέκνων τρίτεκνης οικογένειας και ως προϋπόθεση καθιερώνεται πλέον ο υποψήφιος να είναι γονέας ή μέλος οικογένειας με τρία ζώντα τέκνα.
- Με το άρθρο 47 προβλέπεται η σύσταση αστυνομικών φαρμακείων, στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης, η οποία έχει πλήξει και την κοινωνική πρόνοια στην οποία εντάσσεται η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των Σωμάτων Ασφαλείας. Στον τομέα αυτό, οι Ένοπλες Δυνάμεις διατηρούν δικά τους φαρμακεία στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Χώρας, εξυπηρετώντας το προσωπικό τους, όταν έχει ανάγκη προμήθειας φαρμάκων. Σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας των φαρμακείων (άρθρο 6 του Ν.Δ. 107/1969), ο σκοπός λειτουργίας του φαρμακείου, είναι η διάθεση, επί πληρωμή, με τιμές μειωμένες, πάσης φύσεως φαρμάκων. Στην Ελληνική Αστυνομία, αν και οι αστυνομικοί, ως στρατιωτικοί υπάλληλοι (ΣτΕ Ολ 2649/1988), τελούν υπό παρόμοιες υπηρεσιακές συνθήκες με τους υπηρετούντες στις Ένοπλες Δυνάμεις (ΣτΕ 3587/1997), δεν έχουν ιδρυθεί και δεν λειτουργούν αστυνομικά φαρμακεία. Περαιτέρω, στα στρατιωτικά φαρμακεία έχει πρόσβαση μόνο μέρος του αστυνομικού προσωπικού (δικαιούχοι μερίσματος ΜΤΣ), με αποτέλεσμα να δημιουργείται αδικαιολόγητη ανισότητα έναντι του λοιπού προσωπικού κατά την πρόσβασή του στα στρατιωτικά φαρμακεία. Ως εκ τούτου, ανακύπτει η ανάγκη δημιουργίας Αστυνομικών Φαρμακείων, στην Αθήνα και σε άλλες περιοχές για την παροχή των επιτρεπομένων ειδών προς πώληση στα φαρμακεία, με μειωμένες τιμές, στους δικαιούχους.
Με το άρθρο 48 προβλέπεται η ένταξη των Ειδικών Φρουρών και Συνοριακών Φυλάκων στο αστυνομικό προσωπικό την προτεραία του θανάτου τους. Όπως είναι γνωστό με την παράγραφο 5 του άρθρου 12 του ν. 3387/2005 «Κέντρο Μελετών Ασφάλειας (ΚΕ.ΜΕ.Α) και άλλες διατάξεις» (Α’ 224) προβλέπεται η προαγωγή στον επόμενο βαθμό, εκτός οργανικών θέσεων, από την προτεραία του θανάτου τους, των θανόντων αστυφυλάκων, αρχιφυλάκων και ανθυπαστυνόμων, εφόσον κρίνονται προακτέοι από το αρμόδιο Συμβούλιο κρίσεων. Για λόγους δικαιοσύνης και ηθικής τάξεως επιβάλλεται όπως ανάλογης μεταχείρισης με το λοιπό αστυνομικό προσωπικό, τύχουν και οι συνοριακοί φύλακες και ειδικοί φρουροί, οι οποίοι μετά τη μονιμοποίησή τους εντάσσονται στο αστυνομικό προσωπικό γενικών καθηκόντων με το βαθμό του αστυφύλακα (άρθρο 13 ν. 3686/2008). Για το λόγο αυτό, με την προτεινόμενη διάταξη προβλέπεται ρητώς η ένταξή τους στο αστυνομικό προσωπικό με το βαθμό του αστυφύλακα από την προτεραία του θανάτου τους.
Με το άρθρο 49 προβλέπεται η χορήγηση άδειας χωρίς αποδοχές, διάρκειας 5 ετών στο αστυνομικό προσωπικό, που αποδέχεται θέση, υπό καθεστώς σύμβασης, στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή οργανισμό στον οποίο μετέχει η Ελλάδα. Η ύπαρξη πληθώρας διεθνών οργανισμών και οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αντικείμενο που ανάγεται στις αρμοδιότητες της Ελληνικής Αστυνομίας, σε συνδυασμό με την ολοένα αυξανόμενη συμμετοχή των Ελλήνων αστυνομικών σε διεθνείς διαγωνισμούς που διεξάγονται από τους ως άνω οργανισμούς για την πρόσληψη υπαλλήλων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου (‘temporary agents’) καθιστούν επιτακτική την ανάγκη ρύθμισης της υπηρεσιακής κατάστασης των αστυνομικών που επιτυγχάνουν στους εν λόγω διαγωνισμούς. Εξάλλου η προτεινόμενη ρύθμιση υπαγορεύεται επιπλέον από το γεγονός ότι το υπηρεσιακό και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον προάγεται τόσο από την εκπροσώπηση της Χώρας σε διεθνή κέντρα αποφάσεων όσο και από την μετέπειτα μεταφορά ευρωπαϊκής και διεθνούς εμπειρίας και τεχνογνωσίας στην ελληνική δημόσια διοίκηση.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση του άρθρου 50 παρέχεται στους αξιωματικούς που αποφοίτησαν ευδόκιμα από τη Σχολή Αξιωματικών το έτος 2012 και ως δόκιμοι απώλεσαν έτος εκπαίδευσης, συνεπεία τραυματισμού τους κατά και ένεκα της υπηρεσίας, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του άρθρου 2 του π.δ. 108/2012 δικαίωμα ένταξης στην επετηρίδα της εκπαιδευτικής τους σειράς.
Με τη ρύθμιση του άρθρου 51 αναγνωρίζεται ο χρόνος υπηρεσίας στους μη προσληφθέντες του διαγωνισμού του 1989. Το έτος 1989 προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την κατάταξη στην Ελληνική Αστυνομία και το Πυροσβεστικό Σώμα με βάση την υπ΄ αριθμ. 6002/2/10-στ΄ από 11-1-1989 προκήρυξη του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας και την 5896Φ300.2/22-2-1989 απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, αντίστοιχα. Ωστόσο, η Διοίκηση παρά την κύρωση των σχετικών πινάκων δεν προέβη στην κατάταξη του συνόλου των επιτυχόντων στους διαγωνισμούς αυτούς εντός του έτους 1989 και οι εναπομείναντες προσελήφθησαν σταδιακά τα επόμενα έτη, κατ’ εφαρμογή του άρθρο 40 του ν.2190/1994 ή λόγω επιτυχίας τους σε αντίστοιχους διαγωνισμούς. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η μεταγενέστερη κατάταξη ή πρόσληψη των επιτυχόντων στο διαγωνισμό του έτους 1989 επέδρασε αρνητικά στην υπηρεσιακή εξέλιξή τους, καθώς γι’ αυτήν δεν ελήφθη υπόψη ο χρόνος που μεσολάβησε από την κλήση αυτών προς κατάταξη ή την κύρωση των πινάκων επιτυχίας μέχρι και την κατάταξη ή το διορισμό τους. Για λόγους ίσης μεταχείρισης και χρηστής διοίκησης ενδείκνυται να προβλεφθεί ότι για τη θεμελίωση βαθμολογικής προαγωγής δύναται να λαμβάνεται υπόψη το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την κύρωση των πινάκων επιτυχίας των επιτυχόντων των διαγωνισμών έτους 1989 μέχρι και το διορισμό τους, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο έτη. Ο χρονικός αυτός περιορισμός είναι αναγκαίος ώστε να μην ανατραπεί ο προγραμματισμός της Υπηρεσίας σχετικά με την κατανομή των αστυνομικών σε συγκεκριμένους βαθμούς με βάση της υπηρεσιακές ανάγκες του Σώματος.
Με την παρ. 1 του άρθρου 52 παρέχεται δυνατότητα, με κοινή υπουργική απόφαση, να μειώνονται τα προβλεπόμενα στην παρ. 2 του αρ. 8 του ν. 2685/1999, σε συνδυασμό με την παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 3833/2010, χιλιόμετρα και ναυτικά μίλια όρια για την καταβολή των οδοιπορικών εξόδων των εκτός έδρας μετακινούμενων αστυνομικών. Η Ελληνική Αστυνομία, στο πλαίσιο της αποστολής της, καλείται να μετακινεί ένστολο προσωπικό για την αντιμετώπιση εκτάκτων επειγουσών και σοβαρών υπηρεσιακών αναγκών, όπου επιβάλλεται η λήψη αυξημένων μέτρων τάξης, τροχαίας ή ασφάλειας. Εν όψει τούτου, το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας που διατίθεται για τη διεξαγωγή των ως άνω αστυνομικών επιχειρήσεων καθίσταται αναγκαίο να διανυκτερεύει στον τόπο διεξαγωγής τους, όταν αυτός απέχει πέραν των 60 χλμ. από την έδρα της Υπηρεσίας του ή πέραν των 10 ή 5 ναυτικών μιλίων, όταν μετακινείται προς τη νησιωτική Ελλάδα ή από νήσο σε νήσο αντίστοιχα, προκειμένου αφενός να αναπαύεται επαρκώς σε σχέση με την υπεραπασχόληση και καταπόνησή του κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων αυτών και αφετέρου να είναι διαθέσιμο όλο το 24ωρο για να αναλάβει εκ νέου καθήκοντα, εφόσον εκτάκτως τούτο απαιτηθεί.
Περαιτέρω, με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται η δικαιολόγηση και η εκκαθάριση των σχετικών δαπανών που αφορούν μετακινήσεις-διανυκτερεύσεις του ένστολου προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας που πραγματοποιήθηκαν για την εκτέλεση υπηρεσίας εκτός έδρας από 1-6-2012 έως 31-12-2013, σε τόπους που απέχουν από την έδρα της Υπηρεσίας του πέραν των 60 χλμ ή πέραν των 10 ή 5 ναυτικών μιλίων για μετακινήσεις προς τη νησιωτική Ελλάδα ή από νήσο σε νήσο, αντίστοιχα, οι οποίες βαρύνουν τον προϋπολογισμό της Ελληνικής Αστυνομίας του οικονομικού έτους 2014.
Με την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, επιδιώκεται η εκκαθάριση δαπανών μετακινήσεων και εκπαιδεύσεων του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, καθώς επίσης εκτός έδρας μετακινήσεων, εκπαιδεύσεων, εξόδων μετάθεσης λόγω αποστρατείας, αποσπάσεων, μακράς αναρρωτικής άδειας, άδειας κύησης, καθώς και υπερωριών, νυχτερινών, Κυριακών και εξαιρέσιμων ημερών του προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος (ΚΥΑ 2/72000/0022/4.12.2001 Β΄ 1702, ΚΥΑ 2/66739/0022/19.10.2000 Β΄ 1394, ΚΥΑ2/83158/0022/14.12.1999 - Β΄ 2279, Υ.Α. 23995 οι. Φ. 108.3/18-05-2012 -Β΄ 1803, ΚΥΑ 2/53432/0022/17-07-2012 Β΄ 2153), οι οποίες πραγματοποιήθηκαν λόγω επιτακτικών αναγκών δημόσιας ασφάλειας και πυροπροστασίας και χωρίς την πιστή τήρηση της προβλεπόμενης διαδικασίας του π.δ. 113/2010 (Α’ 194) έως και 31.12.2012. Τα ανωτέρω καθιστούν αναγκαία τη θέσπιση ρύθμισης που να προβλέπει, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, την εκκαθάριση των ως άνω δαπανών σε βάρος των προϋπολογισμών εξόδων των δύο Σωμάτων οικονομικού έτους 2014.
Με το άρθρο 53 συστήνονται 35 θέσεις ειδικών φρουρών για τη φύλαξη των σταθμών και των εγκαταστάσεων της «ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.», η οποία αναλαμβάνει τις σχετικές δαπάνες που θα προκύψουν από την πρόσληψη, εκπαίδευση, εξοπλισμό, μισθοδοσία, ασφάλιση και αποζημίωση του διατιθέμενου προσωπικού και κάθε άλλη δαπάνη που αφορά την εκτέλεση του προαναφερθέντος έργου. Η αστυνόμευση των εν λόγω υποδομών από την Ελληνική Αστυνομία αναμένεται να έχει άμεση και επιτυχή επίδραση στην πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, καθώς και στην εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας των μετακινούμενων προσώπων.
Με τις ρυθμίσεις του άρθρου 54 συστήνονται τριάντα (30) θέσεις ειδικών φρουρών στην εταιρία ΣΤΑΘΕΡΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ («ΣΤΑ.ΣΥ. Α.Ε.»), οι οποίες προστίθενται στις εκατό (100) θέσεις ειδικών φρουρών που συστάθηκαν με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του αρ. 1 του ν. 2838/2000 (Α΄ 179) για τη φύλαξη των σταθμών και εγκαταστάσεων του ΜΕΤΡΟ, καθώς μετά τη συγχώνευση της Αττικό Μετρό Εταιρεία Λειτουργίας (Α.Μ.Ε.Λ.) με τον Ηλεκτρικό Σιδηρόδρομο Αθηνών Πειραιώς (ΗΣΑΠ) και την ΤΡΑΜ Α.Ε. και τη μετονομασία της σε ΣΤΑΣΥ Α.Ε. δημιουργήθηκε ένα διευρυμένο δίκτυο μέσων σταθερής τροχιάς και ακολούθως αυξήθηκαν οι ανάγκες φρούρησης και αστυνόμευσης των νέων σταθμών και εγκαταστάσεων. Περαιτέρω, με τη ρύθμιση αυτή προβλέπεται ότι η εταιρία «ΣΤΑΣΥ Α.Ε.» αναλαμβάνει τις σχετικές δαπάνες πρόσληψης, εκπαίδευσης, εξοπλισμού, μισθοδοσίας, ασφάλισης και αποζημίωσης, καθώς και κάθε άλλη σχετική δαπάνη που προκύπτει από την εκτέλεση του ως άνω έργου.
Με το άρθρο 55 ρυθμίζεται η αναπλήρωση εισαγγελικών λειτουργών του Συμβουλίου Συντονισμού και Ανάλυσης Ερευνών και της Ε.Υ.Π., σε περίπτωση κωλύματός τους. Για λόγους εύρυθμης λειτουργίας, αφενός του Συμβουλίου Συντονισμού και Ανάλυσης Ερευνών για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, το οποίο προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 4 του ν.2265/1994 και το οποίο απαρτίζεται, εκτός των άλλων, από εισαγγελικό λειτουργό, ο οποίος ορίζεται με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου και αφετέρου της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Υ.Π.) και ειδικότερα του εισαγγελικού λειτουργού της Ε.Υ.Π., που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 5 του ν.3649/2008, ο οποίος επίσης ορίζεται με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου, καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση των άρθρων 4 παρ. 3 και 5 παρ. 3 των ν.2265/1994 και 3649/2008, αντίστοιχα, σχετικά με την αναπλήρωση των ως άνω εισαγγελικών λειτουργών, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως εμφάνισης ασθένειας ή ανυπέρβλητης υπηρεσιακής ή προσωπικής ανάγκης.
Με το άρθρο 56 επιχειρείται η αντιμετώπιση ζητημάτων που αφορούν στην επισκευή και συντήρηση των οχημάτων της Ελληνικής Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος στα συνεργεία των οικείων Περιφερειών, με σκοπό την εξοικονόμηση δαπανών και την άμεση επισκευή και χρήση των εν λόγω οχημάτων από τις Υπηρεσίες, καθόσον τα υφιστάμενα συνεργεία των ως άνω Σωμάτων δεν δύνανται να καλύψουν το σύνολο των αναγκών επισκευής και συντήρησης των οχημάτων των Υπηρεσιών τους.
Με το άρθρο 57 προβλέπεται η επιβολή ποινικών κυρώσεων σε όσους συντελούν στη λειτουργία επιχειρήσεων κατά το χρόνο που αυτές τελούν υπό σφράγιση. Επιπλέον, προβλέπεται ότι όποιος παραβιάζει με οποιονδήποτε τρόπο σφραγίδα που έχει θέσει η αρχή για παράβαση της εν γένει φορολογικής νομοθεσίας τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 178 ΠΚ, προκειμένου να καλυφθεί το νομικό κενό που υπάρχει σήμερα, καθόσον η διάταξη του άρθρου 178 ΠΚ δεν καλύπτει τις σφραγίσεις που γίνονται λόγω φορολογικών παραβάσεων.
Με το άρθρο 58, προς διασφάλιση της δημόσιας τάξης και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, προβλέπεται, κατά δέσμια αρμοδιότητα, η σφράγιση κέντρων διασκέδασης και καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος από την οικεία αστυνομική αρχή για παραβάσεις που βεβαιώνονται από αστυνομικούς και οι οποίες αφορούν στη λειτουργία των εν λόγω καταστημάτων. Με τη ρύθμιση αυτή επιχειρείται να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο της μη επιβολής σε συντρέχουσες περιπτώσεις των προβλεπόμενων διοικητικών κυρώσεων από τις αρμόδιες δημοτικές αρχές, με αποτέλεσμα τα καταστήματα να συνεχίζουν να λειτουργούν, δημιουργώντας κλίμα ανομίας που δεν συνάδει με τις αρχές του κράτους δικαίου. Σημειώνεται ότι με τη διάταξη αυτή δεν θίγεται η αρμοδιότητα των δημοτικών αρχών για την αφαίρεση της άδειας λειτουργίας των εν λόγω καταστημάτων.
Με το άρθρο 59 προβλέπεται η επιβολή ποινής σε όσους προβαίνουν σε προπαρασκευαστικές ενέργειες με σκοπό να διαπράξουν το έγκλημα της παρ. 1 του άρ. 265 Π.Κ. (εμπρησμός σε δάση). Δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια υφίσταται αυξημένος ο κίνδυνος προκλήσεως πυρκαγιών (εμπρησμών), με αποτέλεσμα εκτεταμένου μεγέθους καταστροφές στα δάση και τις δασικές εκτάσεις της χώρας, τη διατάραξη των οικοσυστημάτων και την αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος, την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής του κοινωνικού συνόλου με τη θέση σε κίνδυνο της υγείας και της ζωής των κατοίκων, καθώς και της περιουσίας αυτών, κρίνεται επιβεβλημένη και η τιμωρία των προπαρασκευαστικών πράξεων που στοχεύουν στη διάπραξη του εγκλήματος του εμπρησμού στα δάση, καθώς πρόκειται για προπαρασκευαστικές πράξεις ιδιαίτερης επικινδυνότητας.
Με την παράγραφο 1 του άρθρου 60 καταργείται η δυνατότητα που έχει μέχρι σήμερα ο κάτοχος κυνηγετικού όπλου, που στερείται άδειας κατοχής να αιτείται τη χορήγηση της άδειας αυτής, χωρίς να υπέχει ποινική ευθύνη, εφόσον υποβάλει στις αρμόδιες αρχές τα απαιτούμενα δικαιολογητικά μετά του 20-πλάσιου των τελών που προβλέπονται κάθε φορά. Περαιτέρω με την προτεινόμενη ρύθμιση παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής από την ποινική ευθύνη κατόχων κυνηγετικών όπλων, που δεν προέβησαν εγκαίρως σε ανανέωση της ισχύος της σχετικής άδειας κατοχής, με την υποβολή στις αρμόδιες αρχές των απαιτούμενων δικαιολογητικών, εφόσον καταβάλλουν στο 5πλάσιο το προβλεπόμενο παράβολο. Με την παράγραφο 2 του ιδίου ως άνω άρθρου θεσπίζεται διαδικασία εξέτασης στην οποία υποβάλλεται όποιος αιτείται άδειας οπλοφορίας για την ατομική του ασφάλεια, προς διαπίστωση των γνώσεών του σχετικά με τη λύση, αρμολόγηση, γέμιση, απογέμιση και ασφαλή χρήση, μεταφορά και φύλαξη του πυροβόλου όπλου για το οποίο αιτείται την άδεια. Με τη ρύθμιση αυτή επιδιώκεται η διασφάλιση της σωματικής ακεραιτότητας και της ζωής των ιδίων των οπλοφορούντων αλλά και άλλων πολιτών. Σημειώνεται ότι στην εξέταση αυτή δεν κρίνεται αναγκαίο να υποβάλλονται οι υπηρετούντες ή υπηρετήσαντες ως μόνιμοι στις Ένοπλες Δυνάμεις και στα Σώματα Ασφαλείας καθόσον στις υπηρεσίες τους έχουν τύχει εκτενούς ανάλογης εκπαίδευσης στα όπλα καθ’ όλη την υπηρεσιακή τους σταδιοδρομία.
Με το άρθρο 61 επιχειρείται η αυστηροποίηση του νομικού καθεστώτος παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών, με τη θέσπιση υποχρεώσεων των υπαλλήλων των φορέων παροχής ταχυδρομικών υπηρεσιών στις περιπτώσεις αποστολής ταχυδρομικών αντικειμένων βάρους άνω των 100 γραμμαρίων. Ειδικότερα, επιβάλλεται υποχρέωση καταγραφής των στοιχείων ταυτότητας του αποστολέα, αλλά και ελέγχου με ειδικά μηχανήματα και καταγραφής του περιεχομένου του ταχυδρομικού αντικειμένου, προς εξασφάλιση της ασφαλούς λειτουργίας του ταχυδρομικού δικτύου και, κατ’ επέκταση, της ασφαλούς εξυπηρέτησης των χρηστών των σχετικών ταχυδρομικών υπηρεσιών. Επιπλέον, παρέχεται σχετική εξουσιοδότηση στον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων να καθορίζει, ύστερα από γνώμη της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, τη διαδικασία και τις λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού και τη διασφάλιση του απορρήτου της ταχυδρομικής επικοινωνίας και της προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Με το άρθρο 62 συστήνεται «Εθνική Συντονιστική Υπηρεσία Κρίσεων Εσωτερικής Ασφάλειας» (Ε.Σ.Υ.Κ.Ε.Α.), η οποία συνιστά την Εθνική Αρχή της Χώρας μας σε θέματα συντονισμού και αντιμετώπισης σοβαρών τρομοκρατικών ενεργειών ή απειλών και κάθε είδους κρίσιμων περιστατικών εσωτερικής ασφάλειας. Η νέα υπηρεσία ιδρύεται ως αυτοτελής υπηρεσία του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, λειτουργεί υπό την εν γένει εποπτεία του Πρωθυπουργού και διοικείται από τον οικείο Διοικητή. Κατά την επιχειρησιακή της δράση η Σ.Υ.Δ.Κ.Ε.Α. συντονίζεται, εποπτεύεται και ελέγχεται, κατά περίπτωση, από τους Υπουργούς Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και Ναυτιλίας και Αιγαίου, ανάλογα με το αν το προς διαχείριση περιστατικό εσωτερικής ασφάλειας υπάγεται στον χώρο αρμοδιότητας της Ελληνικής Αστυνομίας ή του Λιμενικού Σώματος, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Σκοπός της σύστασης της ως άνω Υπηρεσίας είναι η κάλυψη υφιστάμενου κενού στον τομέα του αποτελεσματικού συντονισμού όλων των φορέων που εμπλέκονται στην αντιμετώπιση σοβαρών τρομοκρατικών ενεργειών ή απειλών και κάθε είδους κρίσιμων περιστατικών εσωτερικής ασφάλειας και η συνακόλουθη ενίσχυση της συνεργασίας και της επιχειρησιακής τους αποτελεσματικότητας.
Με το άρθρο 63 επεκτείνεται το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13 του ν. 3663/2008 και σε άλλα εγκλήματα ιδιαίτερης βαρύτητας στο πλαίσιο της επιχειρούμενης διεθνούς αστυνομικής συνεργασίας και προς την επίτευξη επιτυχημένης αντεγκληματικής πολιτικής.
ΜΕΡΟΣ Γ΄
Αναδιοργάνωση και εκσυγχρονισμός Υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος
Ι. Γενικό Μέρος
Το Πυροσβεστικό Σώμα, ύστερα από μακρά διαδρομή που είχε τις ρίζες της στο Μηχανικό του Ελληνικού Στρατού, ιδρύθηκε ως ανεξάρτητος και αυτοτελής οργανισμός το 1930 με το ν. 4661/1930 «Περί διοργανώσεως Πυροσβεστικής Υπηρεσίας εν τω Κράτει» (Α΄153), ως συνέπεια της τότε διαπιστωμένης ανάγκης να διασφαλισθεί, σε σταθερή και επαγγελματική βάση, η πυροπροστασία-πυρόσβεση της χώρας και η εναρμόνιση, με προφανή χρονική υστέρηση, της κρατικής λειτουργίας στο συγκεκριμένο τομέα σε σχέση με άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες.
Στη μέχρι σήμερα πολυετή ιστορία του Σώματος, υπήρξαν πολλές και διάφορες νομοθετικές πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις που επανακαθόριζαν ή αναπροσάρμοζαν τη δομή, τον χαρακτήρα, τις αρμοδιότητες και το λειτουργικό πλαίσιο της Υπηρεσίας. Ως κύριες τομές θεωρούνται ο χαρακτηρισμός του Πυροσβεστικού Σώματος ως Σώματος Ασφαλείας και η θεμελίωση του πυροσβεστικού εκπαιδευτικού συστήματος τη δεκαετία του ΄60, η πυροπροστασία λιμενικών εγκαταστάσεων και κρατικών και πολεμικών αεροδρομίων, ο σχεδιασμός και έλεγχος του πλαισίου προληπτικής πυροπροστασίας, ο εκσυγχρονισμός του συστήματος διεξαγωγής υπηρεσίας, η ίδρυση και λειτουργία της πρώτης Ειδικής Μονάδας Αντιμετώπισης Καταστροφών (Ε.Μ.Α.Κ.) το 1987, η καθιέρωση του θεσμού του Εθελοντή Πυροσβέστη το 1991, η θεσμοθέτηση συνεργατικού σχήματος με την Πολιτική Προστασία, η ανάθεση της ευθύνης καταστολής των δασικών πυρκαγιών το 1998, η αντιμετώπιση των συνεπειών από χημικές, βιολογικές, ραδιολογικές και πυρηνικές (Χ.Β.Ρ.Π.) απειλές και τρομοκρατικές ενέργειες, η εναέρια υποστήριξη των πυροσβεστικών επιχειρήσεων από ίδια μέσα και η συνολική αναδιοργάνωσή του το 2006.
Το Πυροσβεστικό Σώμα στη μακρόχρονη ιστορική πορεία του έχει πετύχει πολλά στον τομέα της προστασίας των πολιτών και του Κράτους από τους κινδύνους των πυρκαγιών και τις διάφορες φυσικές και τεχνολογικές καταστροφές, όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι χαίρει υψηλού βαθμού αποδοχής και εμπιστοσύνης από τους πολίτες. Ωστόσο, οι κίνδυνοι από τις παραπάνω πηγές και αιτίες παραμένουν ενεργοί, ιδίως στο μέτρο που μεταβάλλονται, εξελίσσονται, γίνονται πιο σύνθετοι και δημιουργούν νέες καταστάσεις, τις οποίες το Πυροσβεστικό Σώμα καλείται να παρακολουθεί διαρκώς και να εντοπίζει, προκειμένου να σχεδιάζει και να διαμορφώνει τους τρόπους και τις διαδικασίες δυναμικής και αποτελεσματικής διαχείρισης τους.
Η μετεξέλιξη των κινδύνων σε συνδυασμό με τη μεταβολή κατά τα τελευταία έτη των οικονομικών, κοινωνικών αλλά και διοικητικών δεδομένων και συνθηκών στη χώρα επιβάλλουν μία νέα πραγματικότητα για το Πυροσβεστικό Σώμα την οποία η Πολιτεία οφείλει να αντιμετωπίσει και να ενσωματώσει μέσω μιας στοχευμένης και εκτεταμένης αναβάθμισης του θεσμικού και λειτουργικού πλαισίου της Υπηρεσίας που θα τη θωρακίζει και θα την εκσυγχρονίζει σε όλα τα οργανωτικά της επίπεδα.
Το Πυροσβεστικό Σώμα αναδεικνύεται πλέον στον επιχειρησιακό βραχίονα της Πολιτικής Προστασίας της Χώρας και αποκτά τις προϋποθέσεις, ώστε να ανταποκρίνεται με αμεσότητα και επιχειρησιακή επάρκεια στις σύγχρονες κοινωνικές απαιτήσεις, να διαθέτει τους κατάλληλους μηχανισμούς για την εξέλιξή του και τη διαρκή αναπροσαρμογή της λειτουργίας του στη βάση ενός ανθρωποκεντρικού συστήματος που θα αξιοποιεί το προσωπικό του με σχέδιο, στρατηγική, μετρήσιμη αποτελεσματικότητα και προσδιορισμένη διαθεσιμότητα οικονομικών πόρων και μέσων με την ανάλογη αποδοτικότητα. Στο πλαίσιο αυτό ιδρύεται το Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων (Ε.Σ.Κ.Ε), μετά από συγχώνευση τριών δομών: Του Συντονιστικού - Επιχειρησιακού Κέντρου Υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος (Σ.Ε.Κ.Υ.Π.Σ.), του Κέντρου Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας (Κ.Ε.Π.Π.) και του Συντονιστικού Κέντρου Δασοπυρόσβεσης (Σ.Κ.Ε.Δ.).
Περαιτέρω, με το προτεινόμενο σχέδιο νόμου, το οποίο επανακαθορίζει σε βασικούς αλλά και ειδικούς άξονες τον οργανισμό του Πυροσβεστικού Σώματος, ουσιαστικά επιχειρείται η οργανωτική, λειτουργική και επιχειρησιακή αναδιάρθρωσή του, με την αξιοποίηση α) των εμπειριών του παρελθόντος, β) των απαιτήσεων για ασφάλεια και προστασία του πολίτη, γ) των συγκριτικών δεδομένων και καλών πρακτικών αντίστοιχων μηχανισμών και Υπηρεσιών των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δ) με προσαρμογή στα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα του σύγχρονου και διαρκώς μεταβαλλόμενου και εξελισσόμενου περιβάλλοντος.
Η αναβάθμιση του Πυροσβεστικού Σώματος επιτυγχάνεται μέσω μιας θεσμικής ανασυγκρότησης που αναβαθμίζει τη λειτουργία του και την αποστολή του. Στο πλαίσιο αυτό, αναδιοργανώνονται, εκσυγχρονίζονται και επεκτείνονται οι υπάρχουσες δομές του, ιδρύονται νέες, με γνώμονα την εμπέδωση μεγαλύτερης διαφάνειας και την καταπολέμηση της διαφθοράς, όπως είναι η Διεύθυνση Επιθεώρησης και Ελέγχου, και επανακαθορίζεται το σύνολο του πυροσβεστικού μηχανισμού της Χώρας και το οργανωτικό μοντέλο της Υπηρεσίας. Ειδικότερα η αναβάθμιση επέρχεται ιδίως μέσα από:
- Τον επανακαθορισμό της αποστολής του Σώματος, με γνώμονα την ανάδειξη της ιδιαιτερότητάς του ως ειδικού Σώματος Ασφαλείας στην υπηρεσία του πολίτη και την αρτιότερη και στενότερη λειτουργική και επιχειρησιακή συναρμογή του με τις δομές της Πολιτικής Προστασίας της Χώρας. Με τον τρόπο αυτόν και πόροι εξοικονομούνται και πιο ορθολογική λειτουργία επιτυγχάνεται.
- Τη μετεξέλιξη των διοικητικών και επιχειρησιακών του δομών και τη σύσταση νέων οργανικών μονάδων που καλύπτουν υφιστάμενα λειτουργικά κενά, χωρίς να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, όπως είναι η Διεύθυνση Επιθεώρησης και Ελέγχου και η Υπηρεσία Πλωτών Μέσων.
- Την κατάργηση και συγχώνευση δομών που δεν είχαν την απαραίτητη παραγωγικότητα ή προκαλούσαν προβλήματα στη διαλειτουργικότητα και επιχειρησιακή σταθερότητα.
- Τη θεσμοθέτηση των αναγκαίων κανόνων, μεθόδων και μέσων που συμβάλλουν στην καλύτερη διαχείριση και κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού του Πυροσβεστικού Σώματος.
- Την αξιοποίηση των κοινοτικών πόρων και των χρηματοδοτικών εργαλείων που παρέχει το ΕΣΠΑ, καθώς και την ενίσχυση και διευκόλυνση της συμμετοχής σε ευρωπαϊκά και διεθνή προγράμματα, με αιχμή του δόρατος την αναβαθμισμένη Πυροσβεστική Ακαδημία και την Εθνική Σχολή Πολιτικής Προστασίας.
Στόχος των επιχειρούμενων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις οργανωτικές, λειτουργικές και επιχειρησιακές δομές του Σώματος αποτελεί ο εξορθολογισμός στη λειτουργία της Υπηρεσίας, η μέγιστη αξιοποίηση του στελεχιακού δυναμικού, ο προσδιορισμός της υπηρεσιακής στρατηγικής και πολιτικής, η βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης, η διοικητική αποκέντρωση και η εξοικονόμηση πόρων, μέσων και εξοπλισμού, προκειμένου να επιτευχθεί η μετρήσιμη ποιοτική και ποσοτική αναβάθμιση των παρεχομένων πυροσβεστικών υπηρεσιών και η ανάδειξη του Πυροσβεστικού Σώματος σε ένα πραγματικό, δυναμικό και αποτελεσματικό φορέα Πολιτικής Προστασίας που θα διασφαλίζει την κοινωνική ασφάλεια.
Παράλληλα, με την αφορμή του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, επιχειρείται μια συστηματική κωδικοποίηση δεκάδων ρυθμίσεων που βρίσκονται εγκατεσπαρμένες σε πλήθος, νομοθετημάτων, προεδρικών διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων και αποφάσεων του Αρχηγού του Σώματος, οι οποίες άλλοτε δημοσιεύονταν και άλλοτε όχι. Με τον τρόπο αυτόν ολοκληρώνεται και συμπληρώνεται το θεσμικό πλαίσιο που διέπει το Πυροσβεστικό Σώμα και τις αρμοδιότητες των δομών και οργάνων του και καθίσταται πληρέστερο. Αίρονται ασάφειες και αποσαφηνίζονται και οριοθετούνται αρμοδιότητες κρίσιμες για την επιχειρησιακή του ετοιμότητα, προωθείται η ασφάλεια δικαίου, η οποία είναι απαραίτητη για την εύρυθμη λειτουργία του, επικαιροποιούνται δεκάδες αναχρονιστικές ρυθμίσεις και καταργούνται άλλες που έμειναν πλέον χωρίς αντικείμενο.
ΙΙ. Ειδικό Μέρος
Α. Με τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α΄ του προτεινόμενου σχεδίου νόμου ρυθμίζονται θέματα αναδιοργάνωσης των Κεντρικών και Περιφερειακών Υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος. Ειδικότερα:
Με το άρθρο 64 επικαιροποιούνται και παρουσιάζονται οι κυρίαρχες προτεραιότητες που προσδιορίζουν και συνθέτουν την αποστολή του Πυροσβεστικού Σώματος ως Σώματος Ασφαλείας. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις της παραγράφου 1 καθορίζουν την κύρια και αποκλειστική αποστολή του όσον αφορά την ασφάλεια και προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών και του Κράτους, του φυσικού περιβάλλοντος και ιδίως, του δασικού πλούτου, την ευθύνη και τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της καταστολής των πάσης φύσεως πυρκαγιών και την παροχή κάθε είδους δυνατής συνδρομής για τη διάσωση των ατόμων και υλικών αγαθών, που απειλούνται από αυτές καθώς και τον κυρίαρχο ρόλο της Πολιτικής Προστασίας της χώρας, ως επιχειρησιακού βραχίονα στη διεξαγωγή των επιχειρήσεων. Με τις διατάξεις της παραγράφου 2 καθορίζεται η αποστολή που ασκείται παράλληλα με άλλες συναρμόδιες Αρχές και Υπηρεσίες.
Με το άρθρο 65 αναλύονται οι ασκούμενες δια των Υπηρεσιών του Σώματος αρμοδιότητες και δράσεις, οι οποίες αναβαθμίζουν το Πυροσβεστικό Σώμα και το θωρακίζουν, ώστε να συνιστά ένα σύγχρονο, αξιόμαχο και αποτελεσματικό φορέα Πολιτικής Προστασίας. Στην παράγραφο 1 περιγράφονται αναλυτικά οι προβλεπόμενες δράσεις αναφορικά με την αντιμετώπιση των συνεπειών από τις φυσικές, τεχνολογικές και λοιπές καταστροφές και την παροχή συνδρομής σε άτομα των οποίων απειλείται ή εκτίθεται σε κίνδυνο η ζωή και σωματική ακεραιότητα από κάθε είδους ατυχήματα, την περιφρούρηση της απειληθείσας ή πληγείσας από πυρκαγιές ή άλλες καταστροφές περιουσίας μέχρι την παράδοσή της σε αστυνομικά όργανα ή τους κατόχους της, την πρόνοια, πρόληψη και καταστολή έναντι των εγκλημάτων εμπρησμού και πλημμύρας, τη θέσπιση και έλεγχο εφαρμογής της νομοθεσίας περί πυροπροστασίας και την πρόληψη και καταστολή των σχετικών αξιόποινων πράξεων, τον επιχειρησιακό συντονισμό και τη συνεργασία των συναρμόδιων Υπηρεσιών στο πλαίσιο της εφαρμογής του Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας της Χώρας, την παροχή υπηρεσιών πυροπροστασίας και πυροσβεστικής συνεργασίας σε φορείς, επιχειρήσεις και οργανισμούς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, την επιβολή προστίμων ή άλλων διοικητικών ποινών σε όσους κακόβουλα παρακωλύουν και δυσχεραίνουν το έργο της Υπηρεσίας, την πιστοποίηση εθελοντών και εθελοντικών ομάδων που συνεισφέρουν στο έργο του Σώματος, καθώς και την ενημέρωση, παρακολούθηση και διάθεση ευρωπαϊκών ή εθνικών πόρων για την ανάληψη και εφαρμογή ευρωπαϊκών ή άλλων προγραμμάτων στο πλαίσιο της αποστολής του Σώματος. Στις παραγράφους 2 και 3 καταδεικνύεται θεσμικά η κοινωνική διάσταση του χαρακτήρα και της αποστολής του Πυροσβεστικού Σώματος μέσω προληπτικών δράσεων ευαισθητοποίησης των πολιτών σε θέματα αρμοδιότητάς του και συνδρομής προς άλλες Χώρες, στο πνεύμα της διεθνούς αλληλεγγύης και στο πλαίσιο διακρατικών συμφωνιών και συναφών νομικών δεσμεύσεων.
Με το άρθρο 66 καθορίζεται η νομική φύση και ο χαρακτήρας του Πυροσβεστικού Σώματος και του πυροσβεστικού προσωπικού, όπως επίσης και το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που το διέπει. Ειδικότερα, προβλέπονται ζητήματα που αφορούν τη δομή, την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία των Υπηρεσιών του Σώματος και του πυροσβεστικού προσωπικού συνολικά.
Με το άρθρο 67 καθορίζεται το σύστημα γενικής διάρθρωσης των Υπηρεσιών του Σώματος. Συγκεκριμένα, προβλέπεται η οργανωτική δομή και διάρθρωση των Υπηρεσιών, οι οργανικές υπηρεσιακές μονάδες, ο τρόπος γενικής διάκρισης και υπαγωγής τους και οι μεταξύ τους σχέσεις διοικητικής υπαγωγής. Το σύστημα αυτό οργάνωσης και λειτουργίας των Υπηρεσιών, λαμβανομένων υπόψη των σύγχρονων δυναμικά μεταβαλλόμενων κοινωνικοοικονομικών δεδομένων και των αναγκών εκσυγχρονισμού του Σώματος, κρίνεται αναγκαίο για την επιτυχή και αποτελεσματική λειτουργία τους. Υπό το εν λόγω προβλεπόμενο σχήμα, το Πυροσβεστικό Σώμα καθίσταται εν γένει περισσότερο ευέλικτο και λειτουργικό, ενώ παράλληλα καταπολεμάται ο συγκεντρωτισμός και η γραφειοκρατία με σαφή κατανομή ρόλων και με γνώμονα την επιχειρησιακή ετοιμότητα, την αποτελεσματικότητα και την παροχή ποιοτικών υπηρεσιών στον πολίτη.
Με το άρθρο 68 καθορίζεται η αποστολή και εσωτερική διάρθρωση του Επιτελείου του Πυροσβεστικού Σώματος, ως ανώτατης επιτελικής Υπηρεσίας, δια της οποίας ο Αρχηγός ασκεί τη διοίκηση του Σώματος με στόχο την εξασφάλιση της επιχειρησιακής ετοιμότητας και λειτουργικής αποτελεσματικότητας αυτού και καθορίζονται οι δύο Κλάδοι του: Ο Κλάδος Υποστήριξης, με επικεφαλής τον Υπαρχηγό Υποστήριξης, και ο Κλάδος Επιχειρήσεων, του οποίου προΐσταται ο Υπαρχηγός Επιχειρήσεων. Περαιτέρω, προβλέπεται η διάρθρωση του Επιτελείου σε έξι Διευθύνσεις και τη Νομική Υπηρεσία, την εποπτεία των οποίων ασκεί ο Υπαρχηγός Υποστήριξης, επικουρούμενος από τον Συντονιστή Υποστήριξης.
Με το άρθρο 69 ιδρύεται Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων (Ε.Σ.Κ.Ε), ως ειδική Υπηρεσία του Σώματος, με κύρια αποστολή και αρμοδιότητες το σύνολο των αρμοδιοτήτων του Συντονιστικού - Επιχειρησιακού Κέντρου Υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος (Σ.Ε.Κ.Υ.Π.Σ.), του Κέντρου Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας (Κ.Ε.Π.Π.) και του Συντονιστικού Κέντρου Δασοπυρόσβεσης (Σ.Κ.Ε.Δ.), τα οποία συγχωνεύονται και αποτελούν πλέον επιμέρους Μονάδες του Ε.Σ.Κ.Ε.. Στο εν λόγω προτεινόμενο άρθρο περιγράφεται η ιεραρχική και διοικητική υπαγωγή, η διάρθρωση, οι επιμέρους αρμοδιότητες και η στελέχωση του νεοσύστατου φορέα που θα συμβάλλει στον αποτελεσματικότερο συντονισμό των εντασσόμενων - στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του Πυροσβεστικού Σώματος - δράσεων.
Με το άρθρο 70 αναβαθμίζεται ο ρόλος και η λειτουργία της Πυροσβεστικής Ακαδημίας, ως ΝΠΔΔ με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και ως βασικού πυλώνα της εκπαιδευτικής δραστηριότητας του Πυροσβεστικού Σώματος, διευρύνοντας την αποστολή της και εντάσσοντας στον εκπαιδευτικό κύκλο της και την Εθνική Σχολή Πολιτικής Προστασίας, τον επίσημο φορέα θεωρητικής και πρακτικής κατάρτισης, εκπαίδευσης και μετεκπαίδευσης των εθελοντών πολιτικής προστασίας, των δημοσίων υπαλλήλων και υπαλλήλων των Ο.Τ.Α. και δημοσίων φορέων που εμπλέκονται στην πολιτική προστασία της Χώρας. Ειδικότερα, η Πυροσβεστική Ακαδημία, χαράσσοντας με επιστημονικά δεδομένα τη στρατηγική της σε θέματα ανθρώπινου δυναμικού αρμοδιότητάς της και με γνώμονα την ποιοτική ενίσχυση της επιχειρησιακής και στελεχιακής ικανότητας του Σώματος, μεριμνά για την παροχή πιστοποιημένης εκπαίδευσης, μετεκπαίδευσης και ειδικής κατάρτισης τόσο στο εν ενεργεία και κατατασσόμενο πυροσβεστικό προσωπικό όσο και σε ιδιώτες, στελέχη της Δημόσιας Διοίκησης και των άλλων Σωμάτων Ασφαλείας, στα αντικείμενα της πυρόσβεσης και διάσωσης καθώς στους τομείς της πολιτικής προστασίας, της πολιτικής άμυνας και της διαχείρισης κρίσεων. Με το προτεινόμενο άρθρο, προβλέπονται καταρχήν η αποστολή της Πυροσβεστικής Ακαδημίας και τα εκπαιδευτικά όργανά της (εκπαιδευτικό συμβούλιο, Διευθυντής Σπουδών, διδακτικό προσωπικό), καθώς και ο τρόπος που αυτά ορίζονται ή επιλέγονται. Περαιτέρω, καθορίζεται η διαδικασία εισαγωγής φοιτητών αφενός στη Σχολή Ανθυποπυραγών και, αφετέρου, στις Σχολές Αρχιπυροσβεστών και Πυροσβεστών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας που θεωρούνται ισότιμες με τα ιδρύματα του πανεπιστημιακού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης και τις Σχολές μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αντίστοιχα, ο αριθμός και το ποσοστό ανά κατηγορία εισακτέων, η διάρκεια των σπουδών τους και η απαλλαγή τους ή όχι από τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Εισαγόμενη καινοτομία δια του εν λόγω άρθρου συνιστά επίσης η δυνατότητα οργάνωσης και λειτουργίας στο πλαίσιο της Σχολής Ανθυποπυραγών της Πυροσβεστικής Ακαδημίας Προγραμμάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών, αυτοδυνάμως ή σε συνεργασία με Α.Ε.Ι. της ημεδαπής και προβλέπονται οι σχετικές λεπτομέρειες που αφορούν τη συγκρότηση (αντικείμενο, είδος απονεμόμενων τίτλων, χρονική διάρκεια, αριθμός φοιτούντων, μαθήματα, κόστος λειτουργίας κλπ.) και τη λειτουργία αυτών. Δεδομένης της οικονομικής αυτοτέλειάς της, η Πυροσβεστική Ακαδημία αντλεί πόρους από κρατικές και ιδιωτικές επιχορηγήσεις, εισφορές, δωρεές, κληρονομιές και κληροδοσίες, από προσόδους από τη δική της περιουσία και από τη συμμετοχή της σε εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης. Για το σκοπό αυτό η Υπηρεσία Οικονομικής Διαχείρισης της Πυροσβεστικής Ακαδημίας που είναι αρμόδια για τη διαχείριση των οικονομικών θεμάτων αυτής αναβαθμίζεται και καθίσταται υπεύθυνη για την κατάρτιση και παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού της, τη διεκπεραίωση κάθε διαδικασίας που αφορά τη μισθοδοσία του προσωπικού, την εκκαθάριση των δαπανών αυτής, την κατάρτιση του ετήσιου προγράμματος προμηθειών και τη μέριμνα για την εκτέλεσή του, την καταγραφή, αξιοποίηση και διαχείριση της ακίνητης και κινητής περιουσίας και του κάθε είδους εξοπλισμού αυτής και την εξόφληση των χρηματικών ενταλμάτων. Τέλος, δια του παρόντος άρθρου ρυθμίζονται διαδικαστικά ζητήματα και προϋποθέσεις που αφορούν το προπαρασκευαστικό στάδιο για τη συμμετοχή των υποψηφίων στις απολυτήριες εξετάσεις σε εθνικό επίπεδο για την εισαγωγή τους στην Πυροσβεστική Ακαδημία.
Με το άρθρο 71 ιδρύεται Διεύθυνση Επιθεώρησης και Ελέγχου Πυροσβεστικού Σώματος (Δ.Ε.Ε.Π.Σ.), η οποία έχει ως αποστολή τη διερεύνηση, εξιχνίαση και δίωξη σε όλη την Επικράτεια των εγκλημάτων του άρθρου 62 του Π.Δ. 210/1992, καθώς και των εγκλημάτων των άρθρων 235-239, 241, 242, 252, 253, 254-256, 258-259, 261-262, 264-266, 270-274, 380-382, 388, 389, 392, 394, 394Α Π.Κ. (δηλαδή ιδίως των εγκλημάτων κλοπής, υπεξαίρεσης, απάτης, εκβίασης, πλαστογραφίας, δωροδοκίας, καταπίεσης, απιστίας περί την υπηρεσία, παράβασης καθήκοντος, ψευδομαρτυρίας, ψευδούς ανωμοτί κατάθεσης, συκοφαντικής δυσφήμισης, παραβάσεων της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, σειράς εγκλημάτων σχετικών με την Υπηρεσία, ορισμένων κοινώς επικινδύνων εγκλημάτων και εγκλημάτων κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων, και γενικά τη διάπραξη κάθε εγκλήματος που από την αίτια, το είδος, τον τρόπο εκτέλεσης και τις λοιπές περιστάσεις μαρτυρεί διαφθορά χαρακτήρα ή μειώνει την αξιοπρέπεια του πυροσβεστικού υπαλλήλου ή το κύρος της Υπηρεσίας), τα οποία διαπράττει ή στα οποία συμμετέχει το πυροσβεστικό προσωπικό όλων των βαθμών σε όλη την επικράτεια, καθώς και εκείνων που διαπράττονται στο πλαίσιο εφαρμογής της νομοθεσίας για την πυρασφάλεια και πυροπροστασία. Σκοπός της νέας Διεύθυνσης είναι η αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση φαινομένων διαφθοράς στους κόλπους του Πυροσβεστικού Σώματος, τα οποία και την εμπιστοσύνη των πολιτών στο κράτος δικαίου, τους θεσμούς και τα όργανα του κράτος υποσκάπτουν και το έργο του Σώματος δυσχεραίνουν και την πολιτική προστασία της χώρας αποδυναμώνουν.
Με το προτεινόμενο άρθρο καθορίζεται ειδικότερα η διοικητική υπαγωγή, διάρθρωση και στελέχωση της Διεύθυνσης, οι προϋποθέσεις και τα κωλύματα μετάθεσης σε αυτήν, καθώς και ο τρόπος επιλογής, μετακίνησης και οι υποχρεώσεις του εκεί υπηρετούντος προσωπικού.
Με το άρθρο 72 συνιστάται Υπηρεσία Πλωτών Μέσων (Υ.ΠΛΩ.Μ.), με αποστολή την από θαλάσσης υποστήριξη και ενίσχυση των Υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, ενώ προβλέπεται η διοικητική υπαγωγή της Υπηρεσίας στον Υπαρχηγό Επιχειρήσεων και η διαδικασία και οι προϋποθέσεις στελέχωσής της με μόνιμο πυροσβεστικό προσωπικό. Ζητήματα που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία, το διοικητικό επίπεδο, την έδρα, τις επιμέρους αρμοδιότητες, την οργανική δύναμη και τις ειδικότητες του προσωπικού της ως άνω Υπηρεσίας καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που προτείνεται από τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης, ενώ με κανονισμό εσωτερικής λειτουργίας, που εγκρίνεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, ρυθμίζονται ειδικότερα θέματα εσωτερικής διάρθρωσης και λειτουργίας της, εκπαίδευσης του προσωπικού της, τα χρησιμοποιούμενα μέσα, καθώς και ο τρόπος εκτέλεσης της Υπηρεσίας. Στην Υπηρεσία Πλωτών Μέσων έχουν περιέλθει και οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Πλωτών Μέσων, η οποία καταργείται.
Με το άρθρο 73 ορίζονται με σαφήνεια ο βαθμός ιεραρχίας, τα καθήκοντα, οι υποχρεώσεις και οι διοικητικές σχέσεις εξάρτησης μεταξύ των ανωτάτων στελεχών του Σώματος που αποτελούν την κορυφή της διοικητικής πυραμίδας και είναι υπεύθυνα για την εύρυθμη λειτουργία των Υπηρεσιών του, την αποτελεσματική διοίκησή του και την υλοποίηση της στρατηγικής που χαράσσεται για την εν γένει λειτουργία του.
Με το άρθρο 74 ρυθμίζονται ζητήματα επαναπροσδιορισμού των υπόχρεων προς σύνταξη εκθέσεων αξιολόγησης οργάνων λόγω της πρόβλεψης περί ύπαρξης δυο Υπαρχηγών πλέον για το Πυροσβεστικό Σώμα αλλά και επανόδου στην ενεργό υπηρεσία Αξιωματικών εν αποστρατεία σε εκτέλεση αποφάσεων Διοικητικών Δικαστηρίων.
Με το άρθρο 75 ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν την αξιοποίηση πυροσβεστικών υπαλλήλων διακριθέντων αθλητών που έχουν διορισθεί στο Πυροσβεστικό Σώμα με τις ευεργετικές διατάξεις του ν. 2725/1999 (Α΄ 121) και άλλων συναφών διατάξεων για την ενίσχυση των δεσμών του Πυροσβεστικού Σώματος με τις τοπικές κοινωνίες και την ευαισθητοποίηση και ενημέρωση των πολιτών σε θέματα προστασίας από φυσικές καταστροφές. Επίσης, ορίζεται ότι οι Αντιστράτηγοι Γενικών Καθηκόντων του Πυροσβεστικού Σώματος και οι Υποστράτηγοι Ειδικών Καθηκόντων της παρ. 1 του 9 του ν. 3511/2006, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 4058/2012 (Α΄63), μειώνονται κατά έναν. Παρέχεται δε εξουσιοδότηση για τον καθορισμό, με προεδρικό διάταγμα, της οργανικής δύναμης του Πυροσβεστικού Σώματος και της κατανομής αυτής ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα του πυροσβεστικού προσωπικού. Τέλος, ρυθμίζονται θέματα στελέχωσης της Υπηρεσίας Εναερίων Μέσων του Π.Σ. με νέες σύγχρονες ειδικότητες, ειδικών καθηκόντων προσωπικού, το οποίο έχει λάβει ειδική εκπαίδευση εντός και εκτός Ελλάδος.
Με το άρθρο 76 ανασυγκροτούνται και εφεξής λειτουργούν δυο σημαντικά συλλογικά όργανα που θα καλούνται σε τακτά ή έκτακτα χρονικά διαστήματα, αφενός να χαράσσουν το «πυροσβεστικό δόγμα» κάθε περιόδου και τη στρατηγική υλοποίησής του και, αφετέρου, να λαμβάνουν και να υλοποιούν κρίσιμες αποφάσεις σε εξαιρετικές περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης για το κοινωνικό σύνολο, όπου θα δοκιμάζονται οι επιχειρησιακές αντοχές του. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Επιτελικού Σχεδιασμού ανάγεται σε κορυφαίο αναπτυξιακό όργανο του Πυροσβεστικού Σώματος, έχοντας την ευθύνη για την έγκριση του 5ετούς Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Προγράμματος Ανάπτυξης και Λειτουργίας (Σ.Ε.Π.Α.Λ.) του Π.Σ., τον καθορισμό μετρήσιμων μεσοπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων στόχων και την παροχή κατευθύνσεων για την κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού και του εξοπλιστικού προγράμματος του Πυροσβεστικού Σώματος και τη συμμετοχή στο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων. Αντίστοιχα, το Συμβούλιο Διαχείρισης Κρίσεων είναι αυτό που θα υποδείξει και θα οριοθετήσει, όταν χρειαστεί, την επιχειρησιακή τακτική που επιβάλλεται να ακολουθήσουν οι Πυροσβεστικές Υπηρεσίες για την αντιμετώπιση έκτακτων και σοβαρών συμβάντων, καθώς και φυσικών, τεχνολογικών και λοιπών καταστροφών, που μπορούν να κλονίσουν το αίσθημα ασφάλειας του κοινωνικού συνόλου. Επίσης, στο παρόν άρθρο καθορίζονται η σύνθεση, ο τρόπος συγκρότησης και λειτουργίας τους.
Με τα άρθρα 77 και 78 καθιερώνεται η θέση Υπαρχηγού Επιχειρήσεων και Υπαρχηγού Υποστήριξης στο Πυροσβεστικό Σώμα με διακριτά μεταξύ τους καθήκοντα και αρμοδιότητες. Ειδικότερα, ο μεν πρώτος είναι, κατά κύριο λόγο, υπεύθυνος απέναντι στον Αρχηγό του Πυροσβεστικού Σώματος για τα θέματα επιχειρησιακής ετοιμότητας, λειτουργίας και απόδοσης των Υπηρεσιών του Σώματος (όπως πυρόσβεση, διάσωση κλπ.), ενώ ο δεύτερος είναι επιφορτισμένος έναντι του Αρχηγού με τα θέματα διοικητικής υποστήριξης των Υπηρεσιών του Σώματος, διασφάλισης του επιπέδου πειθαρχίας του πυροσβεστικού προσωπικού και για την παρεχόμενη από τις Σχολές της Πυροσβεστικής Ακαδημίας εκπαίδευση στους σπουδαστές της. Δεδομένου του εύρους αντικειμένων επιχειρησιακής αλλά και διοικητικής φύσης του Πυροσβεστικού Σώματος, η ύπαρξη δυο Υπαρχηγών έναντι ενός κρίνεται απαραίτητη, λόγω της διεύρυνσης των αρμοδιοτήτων του, αλλά και προκειμένου να καμφθούν γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και να καταστεί το Σώμα περισσότερο ευέλικτο και αποτελεσματικό μέσω του εσωτερικού επιμερισμού αρμοδιοτήτων.
Με το άρθρο 79 προβλέπονται οι αρμοδιότητες του Επιτελικού Γραφείου του Αρχηγού του Πυροσβεστικού Σώματος, καθώς και των Γραφείων των Υπαρχηγών Επιχειρήσεων και Υποστήριξης του Πυροσβεστικού Σώματος και η στελέχωση αυτών.
Με το άρθρο 80 αποτυπώνεται η διάρθρωση και εσωτερική οργάνωση του Γραφείου του Συντονιστή Υποστήριξης Πυροσβεστικού Σώματος. Δεδομένου ότι το Επιτελείο Πυροσβεστικού Σώματος αποτελεί την Κεντρική Επιτελική Υπηρεσία του Σώματος, η ορθολογική οργάνωση και η αποτελεσματική δράση του εν λόγω Γραφείου είναι εξαιρετικής σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία της Υπηρεσίας συνολικά, καθώς υλοποιεί δραστηριότητες που σχετίζονται με τη διακίνηση της αλληλογραφίας, τη διαχείριση υλικών και μέσων, τη διάθεση υπηρεσιακών οχημάτων για την εξυπηρέτηση αναγκών του Επιτελείου, τον χειρισμό θεμάτων κοινοβουλευτικού ελέγχου του Πυροσβεστικού Σώματος, αλλά και την εξυπηρέτηση σειράς πρακτικών ζητημάτων. Επίσης, με το εν λόγω άρθρο καθορίζονται ο τρόπος στελέχωσης των επιμέρους τμημάτων του Γραφείου και η μεταξύ τους ιεραρχική σχέση.
Με το άρθρο 81 ρυθμίζονται ζητήματα αρμοδιοτήτων των Διευθυντών των Διευθύνσεων του Επιτελείου Π.Σ..
Με το άρθρο 82 προβλέπονται τα απαιτούμενα προσόντα για το ορισμό Αξιωματικού Π.Σ. ως Τμηματάρχη Τμήματος Διεύθυνσης, οι αρμοδιότητες και οι υποχρεώσεις του, η σχέση με προϊσταμένους και υφισταμένους του, καθώς και η αντίστοιχη σχέση των μελών του Τμήματος στο οποίο προΐσταται.
Με το άρθρο 83 ρυθμίζονται τα ζητήματα της τοποθέτησης του πυροσβεστικού και του πολιτικού προσωπικού στις Διευθύνσεις και στα Τμήματα του Επιτελείου του Πυροσβεστικού Σώματος, της δυνατότητας ανάθεσης καθηκόντων Διευθυντή σε Αξιωματικό με τα κατάλληλα μεν προσόντα και εμπειρία, αλλά με βαθμό κατώτερο από αυτόν που προβλέπεται όπως, επίσης, και της δυνατότητας παράλληλης ανάθεσης σε Διευθυντή, καθηκόντων προϊσταμένου και άλλης Διεύθυνσης.
Με το άρθρο 84 καθορίζεται η αποστολή της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος, ως Ειδικής Υπηρεσίας και η εν γένει διεξαγωγή της υγειονομικής υπηρεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος.
Με το άρθρο 85 προβλέπονται τα σχετικά με τη διοικητική υπαγωγή, τον έλεγχο και την εποπτεία του Πυροσβεστικού Μουσείου και του Ειδικού Ιστορικού Πυροσβεστικού Αρχείου που διαθέτει.
Με το άρθρο 86 προσδιορίζεται η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Πυροσβεστικών Επιχειρήσεων που απαρτίζεται από πέντε Τμήματα υπεύθυνα για ζητήματα Επιχειρήσεων και Πυροπροστασίας Ειδικών Εγκαταστάσεων, Επιχειρήσεων Δασοπυρόσβεσης, Οργάνωσης Εθελοντισμού, Επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας και Πολιτικής Σχεδίασης Έκτακτης Ανάγκης και Πολιτικής Άμυνας. Δεδομένου του καταρχήν και κυρίως επιχειρησιακού ρόλου του Πυροσβεστικού Σώματος, η συγκεκριμένη Διεύθυνση, ως αποτελούσα την κατεξοχήν νευραλγική, μεριμνά, μεταξύ άλλων, για την έκδοση οδηγιών για εκπόνηση ή αναμόρφωση σχεδίων επέμβασης/εκπαιδευτικών προγραμμάτων και ασκήσεων/μέτρων και μεθόδων προστασίας του πυροσβεστικού προσωπικού σε περιπτώσεις αστικών, δασικών και αγροτικών πυρκαγιών, βιομηχανικών ή άλλων ατυχημάτων, σεισμών, πλημμυρών, θεομηνιών, φυσικών καταστροφών και λοιπών επιχειρήσεων Πολιτικής Προστασίας, τον έλεγχο και τη μελέτη καταλληλότητας/χρηστικότητας των υπαρχόντων Μέσων Ατομικής Προστασίας του εμπλεκόμενου στο πυροσβεστικό έργο προσωπικού και τη διασφάλιση του απαιτούμενου εξοπλισμού για την οργάνωση και ομαλή λειτουργία των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών κάθε τάξης και τύπου, τον σχεδιασμό/αποτίμηση της αντιπυρικής περιόδου, την αξιολόγηση/μίσθωση/κατανομή εναέριων μέσων επιτήρησης και αεροπυρόσβεσης, την εξασφάλιση συνεργασίας/αμοιβαίας συνδρομής και ανταλλαγής τεχνογνωσίας με εμπλεκόμενους φορείς από την ημεδαπή (π.χ. Συντονιστική Αρχή Πολιτικής Προστασίας) και την αλλοδαπή, την κατά τον βέλτιστο τρόπο ένταξη στο πυροσβεστικό έργο και αξιοποίηση των εθελοντών πυροσβεστών και εθελοντικών οργανώσεων, τον χειρισμό/ εκπόνηση/υλοποίηση σχεδίων Πολιτικής Άμυνας και την εκπαίδευση του προσωπικού και των ιδιωτών σε αυτά.
Με το άρθρο 87 προβλέπεται η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Επικοινωνιών και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία είναι αρμόδια για όλα τα θέματα που ανήκουν στο χώρο των νέων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών και απαρτίζεται από τα Τμήματα Υποστήριξης Πληροφοριακών Συστημάτων, Ανάλυσης, Προγραμματισμού και Στατιστικής και Ενσύρματης και Ασύρματης Επικοινωνίας. Η εν λόγω Διεύθυνση μεριμνά, μεταξύ άλλων, για: τον σχεδιασμό, βελτίωση, τεχνική υποστήριξη, συντήρηση και εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των πληροφοριακών και υπολογιστικών συστημάτων, των εφαρμογών, δικτύων και του μηχανογραφικού και διαδικτυακού εξοπλισμού για την υποβοήθηση του έργου των Υπηρεσιών του Πυροσβεστικού Σώματος, τη λήψη μέτρων προστασίας και ασφάλειας των βάσεων δεδομένων και του εξοπλισμού τους και τον σχεδιασμό των απαραίτητων δικτύων για την επικοινωνία των εναερίων μέσων του Σώματος
Με το άρθρο 88 προβλέπεται η διάρθρωση και αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού και Επικοινωνίας, η οποία χειρίζεται ζητήματα Στρατηγικού Σχεδιασμού, Επενδύσεων και Ευρωπαϊκών Προγραμμάτων, Οργάνωσης, Διεθνών Σχέσεων, Επικοινωνίας, Αθλητισμού και Εκδόσεων. Μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη Διεύθυνση μεριμνά για: την κατάρτιση του 5ετούς Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Προγράμματος Λειτουργίας και Ανάπτυξης του Πυροσβεστικού Σώματος και των εφαρμοστικών αυτού Ετήσιων Προγραμμάτων Δράσης, την αναζήτηση δυνατοτήτων χρηματοδότησης των επενδύσεων/προμηθειών/δράσεων του Σώματος μέσω κοινοτικών πόρων και προγραμμάτων, την υλοποίηση έργων μέσω Σ.Δ.Ι.Τ., τον καθορισμό μεθόδων/διαδικασιών για την αποτελεσματική εκτέλεση του πυροσβεστικού έργου, την ανάπτυξη συστημάτων μέτρησης της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιακών δομών δια της χρήσης των αρχών της Διοίκησης Ολικής Ποιότητας, την ανάπτυξη και διατήρηση σχέσεων συνεργασίας με Υπηρεσίες της αλλοδαπής και τη συμμετοχή σε διεθνείς συναντήσεις και fora, την οργάνωση κοινωνικών/πολιτιστικών/αθλητικών εκδηλώσεων εθιμοτυπικού και όχι μόνο χαρακτήρα, την έκδοση της ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗΣ, τη φωτογραφική και τηλεοπτική κάλυψη εκδηλώσεων του Σώματος και την ενημέρωση του κοινού για τις δραστηριότητες του Σώματος μέσω του τύπου, των ΜΜΕ και του διαδικτύου.
Με το άρθρο 89 προβλέπεται η διάρθρωση και οι αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Ανθρώπινων Πόρων, η οποία χειρίζεται, δια των αρμοδίων Τμημάτων της, ζητήματα Αξιωματικών και Πυρονόμων, Υπαξιωματικών και Πυροσβεστών, Πυροσβεστών Πενταετούς Υποχρέωσης και Εποχικού Προσωπικού, Ανάπτυξης Ανθρώπινων Πόρων, Πολιτικού Προσωπικού, Συντάξεων και Αποστράτων, Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης, Υγείας και Ασφάλειας και Γραμματείας και Αρχείου. Η εν λόγω Διεύθυνση μεριμνά, μεταξύ άλλων, για τον χειρισμό θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης του εν ενεργεία μόνιμου, εποχικού και πολιτικού προσωπικού, των Π.Π.Υ. και ζητημάτων σύνταξης των αποστράτων, τη μελέτη των βραχυπρόθεσμων και μεσοπρόθεσμων αναγκών του Σώματος σε προσωπικό ανά κατηγορία και προσόντα, την υλοποίηση του Τομεακού Στρατηγικού και Επιχειρησιακού Σχεδίου Ανθρώπινων Πόρων, τη ρύθμιση ζητημάτων εκπαίδευσης, επιμόρφωσης και δια βίου μάθησης του υπηρετούντος πυροσβεστικού προσωπικού καθώς και στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, λοιπών υπαλλήλων του στενού και ευρύτερου δημόσιου τομέα και ιδιωτών, στην Πυροσβεστική Ακαδημία και σε εκπαιδευτικούς οργανισμούς και ιδρύματα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής, την πρόβλεψη, παρακολούθηση και έλεγχο της τήρησης των μέτρων ασφάλειας και υγείας που καθορίζονται από την ισχύουσα νομοθεσία, την έκδοση των αναγκαίων διαταγών/οδηγιών για την εφαρμογή του υφιστάμενου νομικού πλαισίου και των προβλεπόμενων μέτρων για την προαγωγή της ασφάλειας και υγείας των υπαλλήλων κατά την εργασία, ακόμα και για τις δραστηριότητες του Επιχειρησιακού Τομέα του Πυροσβεστικού Σώματος, την παραλαβή/πρωτοκόλληση/διανομή της εισερχόμενης κοινής και εμπιστευτικής αλληλογραφίας, παράδοση της εξερχόμενης και επικύρωση φωτοαντιγράφων δημοσίων εγγράφων.
Με το άρθρο 90 προτείνεται η διάρθρωση και αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Οικονομικών, η οποία χειρίζεται αντικείμενα Προϋπολογισμού και Σύνταξης Αναφορών, Προελέγχου Δαπανών, Αποδοχών, Συντάξεων και Ειδικών Λογαριασμών, Λογιστικού και Εκτέλεσης Προϋπολογισμού, Προμηθειών, Διαχείρισης Υλικού και Αποθηκών, Διαχείρισης Χρηματικού και Κοστολόγησης Επιχειρήσεων. Ειδικότερα, η Διεύθυνση μεριμνά, μεταξύ άλλων, για τη σύνταξη και τις μεταβολές του προϋπολογισμού δαπανών και του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων του Σώματος, τον προέλεγχο και αναγνώριση των δαπανών του, τον χειρισμό θεμάτων αναγνώρισης προϋπηρεσίας, εκτός έδρας αποζημιώσεων για την τήρηση των απαραίτητων λογιστικών βιβλίων και τον χειρισμό της παγίας προκαταβολής του Πυροσβεστικού Σώματος, τη σύνταξη, έγκριση, αναμόρφωση, εκτέλεση του προγράμματος προμηθειών του, τον ορισμό των επιτροπών προμηθειών/σχετικών ομάδων εργασίας και παραλαβής υλικών και τη σύναψη των συμβάσεων για τις προμήθειες και διεκπεραίωση των σχετικών δικαιολογητικών, τη μέριμνα για τον εκτελωνισμό των προμηθευομένων από το εξωτερικό μέσων και υλικών, την αναγνώριση/κωδικοποίηση/μηχανογράφηση του πάσης φύσεως υλικού του Σώματος και τον ορισμό υπολόγων διαχειριστών, την χορήγηση και αντικατάσταση Μέσων Ατομικής Προστασίας στο ένστολο προσωπικό, τη σύνταξη και αποστολή προς τα Διοικητικά Δικαστήρια και τις αρμόδιες αρχές εκθέσεων απόψεων της Διοίκησης στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων στρεφόμενων κατά του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ή άλλων οργάνων του Σώματος για οικονομικά θέματα που αφορούν αντικείμενα των Τμημάτων καθώς και κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με τη Διαχείριση Χρηματικού.
Με το άρθρο 91 προβλέπεται η διάρθρωση και αρμοδιότητες της Διεύθυνσης Τεχνικής Υποστήριξης και Υποδομών που είναι υπεύθυνη για θέματα Τεχνικών Προδιαγραφών, Μηχανολογικού και Ειδικού Εξοπλισμού, Υποδομών, Έρευνας Υλικών και Συστημάτων Ενεργητικής και Παθητικής Πυροπροστασίας και Πυροσβεστικών Συνεργείων. Η συγκεκριμένη Διεύθυνση μεριμνά, μεταξύ άλλων, για: τη σύνταξη των σχεδίων τεχνικών προδιαγραφών, σε συνεργασία με τις συναρμόδιες Διευθύνσεις και φορείς, για όλα τα μέσα, υλικά και εφόδια που προμηθεύεται το Πυροσβεστικό Σώμα προκειμένου να ανταποκριθεί στην αποστολή του, τον εξοπλισμό των Υπηρεσιών του Σώματος με τα απαραίτητα οχήματα, αντλίες και λοιπά μηχανήματα και εργαλεία, την στέγαση των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών και τον εξοπλισμό των κτιρίων τους με τα αναγκαία είδη, τη μελέτη και αξιοποίηση ξένων προτύπων που αφορούν μέσα, υλικά ή συστήματα ενεργητικής και παθητικής πυροπροστασίας και την εύρυθμη λειτουργία των Πυροσβεστικών Συνεργείων, ιδίως μέσω της προμήθειας των απαραίτητων ανταλλακτικών και υλικών.
Με το άρθρο 92 προβλέπονται οι αρμοδιότητες και η διάρθρωση της Νομικής Υπηρεσίας του Πυροσβεστικού Σώματος, ως άμεσα υπαγόμενης στον Υπαρχηγό Υποστήριξης και εποπτευόμενης από τον Συντονιστή Υποστήριξης. Η εν λόγω Υπηρεσία είναι επιφορτισμένη με τη νομική υποστήριξη του διοικητικού και επιχειρησιακού πυροσβεστικού έργου και μεριμνά, μεταξύ άλλων, για: την κατάρτιση/νομοτεχνική επεξεργασία/προώθηση/δημοσίευση σχεδίων, νόμων, προεδρικών διαταγμάτων και κανονιστικών αποφάσεων, την παροχή νομικών συμβουλών προς την Ηγεσία του Σώματος, τις Υπηρεσίες και τα όργανά του για υπηρεσιακά προβλήματα και ζητήματα νομικής φύσης που ανακύπτουν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων τους και την καθοδήγηση των Υπηρεσιών του Σώματος για την ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας, την επεξεργασία και υποβολή ερωτημάτων για νομικά ζητήματα προς το Γραφείο Νομικού Συμβούλου στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και τις αρμόδιες Εισαγγελίες και λοιπές Αρχές και την τήρηση και εφαρμογή των γνωμοδοτήσεών τους, τη σύνταξη και αποστολή προς τα Διοικητικά Δικαστήρια εκθέσεων απόψεων της Διοίκησης στις περιπτώσεις άσκησης ενδίκων βοηθημάτων και μέσων στρεφομένων κατά του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη ή άλλων οργάνων του Σώματος, που αφορούν υποθέσεις ιδιωτών ή πυροσβεστικών υπαλλήλων, καθώς και πάσης φύσεως άλλων θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης του προσωπικού του Σώματος και την παρακολούθηση της εξέλιξής τους, την έγερση ποινικών, αστικών ή άλλων αξιώσεων του Δημοσίου κατά νομικών και φυσικών προσώπων και την διεκδίκηση, σε συνεργασία με την Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και τα κατά τόπους αρμόδια Γραφεία Νομικών Συμβούλων, με κάθε νόμιμο τρόπο των αξιώσεων του Δημοσίου, που προέρχονται από την αποστολή και τις δραστηριότητες του Πυροσβεστικού Σώματος, τη μελέτη της εσωτερικής νομοθεσίας, νομολογίας και του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας προς αυτό σε θέματα αρμοδιότητας του Πυροσβεστικού Σώματος, καθώς και την κωδικοποίηση της πυροσβεστικής νομοθεσίας.
Με το άρθρο 93 περιγράφονται η εσωτερική διάρθρωση, διεύθυνση, διοικητική υπαγωγή, αποστολή και λειτουργία των Περιφερειακών Πυροσβεστικών Διοικήσεων ως αποκεντρωμένων δομών διοίκησης του Πυροσβεστικού Σώματος και ο ρόλος τους ως περιφερειακού επίπεδου Κέντρων Επιχειρήσεων, Γραφείων Επιχειρήσεων και Πολιτικής Προστασίας, Ελέγχου Δαπανών και Προμηθειών, Διοικητικής Υποστήριξης και Κλιμακίου Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού. Οι εν λόγω περιφερειακές διοικητικές δομές του Πυροσβεστικού Σώματος μετατρέπονται σε περιφερειακά στρατηγεία και μεριμνούν, μεταξύ άλλων, για: την εποπτεία/έλεγχο των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών της γεωγραφικής δικαιοδοσίας τους σε επίπεδο εκπαίδευσης και επιχειρησιακής ετοιμότητας του προσωπικού, διαθεσιμότητας και επάρκειας των πυροσβεστικών οχημάτων, κλιμάκων, μηχανημάτων και λοιπού εξοπλισμού των Πυροσβεστικών Σταθμών, τον συντονισμό όλων των συναρμόδιων Υπηρεσιών, στο πλαίσιο της εφαρμογής του Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας της Χώρας σε περιφερειακό επίπεδο και σε θέματα πολιτικής άμυνας, την εκπόνηση/σύνταξη/εφαρμογή σχεδίων επέμβασης των Πυροσβεστικών Υπηρεσιών της Διοίκησής τους, σε συνεργασία και με άλλες αρχές, εφόσον αυτό είναι απαραίτητο, για την αντιμετώπιση μεγάλων πυρκαγιών ή άλλων σοβαρών συμβάντων, τη διενέργεια/έγκριση/παρακολούθηση των προς εκτέλεση διαγωνισμών προμηθειών αρμοδιότητάς τους, την αναπροσαρμογή κατόπιν διαπραγμάτευσης και μόνο επί τα βελτίω, των μισθωμάτων ακινήτων που στεγάζονται Πυροσβεστικές Υπηρεσίες της δικαιοδοσίας τους και την κατάρτιση, σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Πυροσβεστικού Σώματος, ειδικού τιμολογίου επισκευής και συντήρησης πυροσβεστικού εξοπλισμού για την κάθε είδους προβλεπόμενη τακτική ή έκτακτη επισκευή ή συντήρηση πυροσβεστικών οχημάτων, πλοίων ή άλλου είδους πυροσβεστικού εξοπλισμού, την παρακολούθηση της εφαρμογής ευρωπαϊκών ή άλλων προγραμμάτων πολιτικής προστασίας τα οποία υλοποιούνται σε τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο, καθώς και τη διάθεση ευρωπαϊκών και εθνικών πόρων για τους σκοπούς της πολιτικής προστασίας και της δασοπυρόσβεσης.
Με το άρθρο 94 προβλέπονται τα σχετικά με τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία των Διοικήσεων Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Νομών, τη διοικητική υπαγωγή και διεύθυνση αυτών και τις σχέσεις τους με τις υφιστάμενες κατά τόπο δομές Πολιτικής Προστασίας σε προληπτικό και κατασταλτικό επίπεδο.
Με το άρθρο 95 καθορίζονται τα καθήκοντα του Διοικητή Πυροσβεστικών Υπηρεσιών Νομού, ο οποίος, εκτός των άλλων, σε περίπτωση πυρκαγιάς, θεομηνίας ή άλλου σοβαρού συμβάντος ή επιχειρήσεων πολιτικής προστασίας στο Νομό, με εντολή του Διοικητή της οικείας Περιφερειακής Πυροσβεστικής Διοίκησης, αποφασίζει για την κατανομή δυνάμεων στην περιφέρεια αρμοδιότητάς του, μεταβαίνει επιτόπου και αναλαμβάνει τη Διεύθυνση του πυροσβεστικού έργου και το συντονισμό όλων ανεξαιρέτως των πυροσβεστικών και λοιπών τακτικών επιχειρησιακών και υποστηρικτικών δυνάμεων Πολιτικής Προστασίας και αποφασίζει για τα ανώτατα όρια κόστους επισκευής οχημάτων και εξοπλισμού των υπηρεσιών που υπάγονται σε αυτόν προς αποφυγή σπατάλης.
Με το άρθρο 96 ανακαθορίζεται ο καταληκτικός βαθμός εξέλιξης των Αξιωματικών Ειδικών Καθηκόντων των Κλάδων Διοικητικών, Υγειονομικών, Τεχνικών, Πλοηγών και Πληροφορικής.
Με το άρθρο 97 προβλέπεται η δυνατότητα κωδικοποίησης σε ενιαίο κείμενο των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας που αφορά το Πυροσβεστικό Σώμα και το προσωπικό του.
Με το άρθρο 98 θεσπίζονται μεταβατικές και άλλες διατάξεις που καθορίζουν την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου κατά το μέρος των μεταβολών και αλλαγών που αυτός επιφέρει.
Με το άρθρο 99 ρυθμίζονται θέματα μεταθέσεων, καθηκόντων και ωραρίου εργασίας των Πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης.
Με το άρθρο 100 ρυθμίζονται ζητήματα που σχετίζονται με την αρμοδιότητα αφαίρεσης και αναστολής της ιδιότητας του εθελοντή πυροσβέστη, τον τύπο της στολής, τα χορηγούμενα εφόδια, τα μέσα, τον ατομικό εξοπλισμό που αυτοί φέρουν και την απαλλαγή τους από τους εργοδότες τους σε περίπτωση γενικής επιφυλακής η οποία αποδεικνύεται με την έκδοση σχετικής διαταγής καθώς και τις προϋποθέσεις επιβράβευσης αυτών μέσω της λήψης μορίων κατά τους διαγωνισμούς για κατάταξη στο Πυροσβεστικό Σώμα.
Με το άρθρο 101, θεσπίζονται ιδίως οι ακόλουθες ρυθμίσεις: Ορίζεται ότι την ευθύνη για την τοποθέτηση, τη συντήρηση και την καλή λειτουργία όλων των προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων και μέσων πυροπροστασίας σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα έχει πέραν του ιδιοκτήτη ή του εκμεταλλευτή που ίσχυε έως σήμερα και ο εργοδότης, κατόπιν σχετικής επισήμανσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (παρ. 1). Επίσης, καθορίζονται οι διαδικασίες και ο τρόπος συνεργασίας σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο μεταξύ Πυροσβεστικού Σώματος και Γενικής Γραμματείας Δασών, στο πλαίσιο της πρόληψης και προστασίας των δασικών εκτάσεων καθώς και της παροχή υποστήριξης και άμεσης συνδρομής κατά την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών (παρ. 2), παρέχεται εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση, με προεδρικό διάταγμα, θεμάτων προστασίας της υγείας και ασφάλειας του προσωπικού του Πυροσβεστικού Σώματος (παρ. 3), ενώ διευθετούνται ζητήματα που σχετίζονται με τον έλεγχο για την εφαρμογή των πυροσβεστικών διατάξεων, των κανονισμών πυροπροστασίας και γενικά της νομοθεσίας πυρασφάλειας όπως επίσης και με την ευθύνη για την τοποθέτηση, τη συντήρηση και την καλή λειτουργία όλων των προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων και μέσων πυροπροστασίας σε όλες τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις και εργασίες του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα (παρ. 4).
ΜΕΡΟΣ Δ΄
Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Ελέγχου Συνόρων, Μετανάστευσης και Ασύλου (Ε.Σ.Κ.Ε.Σ.Μ.Α.)
Το Μέρος Δ΄ του σχεδίου νόμου αφορά στην αναβάθμιση του Εθνικού Συντονιστικού Κέντρου Επιτήρησης και Ελέγχου Συνόρων, (Ε.Σ.Κ.Ε.Ε.Σ.), που συστάθηκε με το άρθρο 27 του ν. 4058/2012 (Α’ 63). Η αναβάθμιση αυτή κρίνεται απαραίτητη, ενόψει των διαρκώς μεταβαλλόμενων συνθηκών στον τομέα της μετανάστευσης που επηρεάζουν άμεσα τη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων της Χώρας. Ειδικότερα:
Με το άρθρο 102 το Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Επιτήρησης και Ελέγχου Συνόρων (Ε.Σ.Κ.Ε.Ε.Σ.) μετονομάζεται σε Εθνικό Συντονιστικό Κέντρο Ελέγχου Συνόρων, Μετανάστευσης και Ασύλου (Ε.Σ.Κ.Ε.Σ.Μ.Α.) και προστίθενται σε αυτό νέες αρμοδιότητες πέραν αυτών που προβλέπονται από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 27 του ν. 4058/2012 (Α’ 63), οι οποίες αφορούν, κυρίως, στο συντονισμό, τη διαχείριση και εποπτεία της διοικητικής και επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των συναρμόδιων, σε εθνικό επίπεδο, φορέων και υπηρεσιών, για τα θέματα της μετανάστευσης και του ασύλου και ιδίως μεταξύ της Ελληνικής Αστυνομίας, του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής, της Υπηρεσίας Ασύλου, της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής και των συναρμόδιων υπηρεσιών του Δημοσίου, την εκπόνηση, παρακολούθηση της εφαρμογής και την προσαρμογή του Εθνικού Στρατηγικού και Επιχειρησιακού σχεδίου αντιμετώπισης του μεταναστευτικού ζητήματος στις σύγχρονες απαιτήσεις της μετανάστευσης και του ασύλου. Για τον σκοπό αυτόν το Ε.Σ.Κ.Ε.Σ.Μ.Α. συνεργάζεται με αντίστοιχα κέντρα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για τη διαχείριση της επιχειρησιακής συνεργασίας στα εξωτερικά σύνορα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Frontex), όπως επίσης και με αντίστοιχα όργανα ή δομές που λειτουργούν σε τρίτες χώρες και ιδίως με άλλους διεθνείς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς και υπηρεσίες με αντίστοιχες αρμοδιότητες. Στο πλαίσιο αυτό το Ε.Σ.Κ.Ε.Σ.Μ.Α. μπορεί να συνάπτει μνημόνια συνεργασίας με αντίστοιχους φορείς ή υπηρεσίες της ημεδαπής ή αλλοδαπής.
Περαιτέρω, το Ε.Σ.Κ.Ε.Σ.Μ.Α. αποτελεί «ενιαίο εθνικό κέντρο συντονισμού», το οποίο υλοποιεί το «εθνικό σύστημα επιτήρησης των συνόρων» κατά την έννοια της Ανακοίνωσης της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή Περιφερειών για την «Εξέταση της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού συστήματος επιτήρησης των συνόρων (EUROSUR)» (COM (2008) 68 της 13.2.2008). Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίζει το συντονισμό, σε 24ωρη βάση και σε όλη τη διάρκεια της εβδομάδας, των δραστηριοτήτων του συνόλου των εθνικών αρχών που είναι επιφορτισμένες με τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων, ανταλλάσοντας σχετικές πληροφορίες τόσο με τους αντίστοιχους φορείς των κρατών μελών της Ε.Ε. όσο και με τον Frontex.
Με το άρθρο 103 καθορίζεται η διάρθρωση του Ε.Σ.Κ.Ε.Σ.Μ.Α. στα Τμήματα Συντονισμού και Διαχείρισης, Ανάλυσης και Τεκμηρίωσης, Διεθνών Σχέσεων, Εκπαίδευσης, Ανάπτυξης και Τεχνολογίας και Στρατηγικού Σχεδιασμού καθώς και οι επιμέρους αρμοδιότητες των τμημάτων αυτών.
Με το άρθρο 104, μεταξύ άλλων, ορίζεται ως επικεφαλής του Ε.Σ.Κ.Ε.Σ.Μ.Α. ο Γενικός Συντονιστής και καθορίζονται οι προϋποθέσεις πλήρωσης της θέσης του και οι αρμοδιότητές του. Επίσης, προτείνονται ο τρόπος μετακίνησης και στελέχωσής του από ένστολο και πολιτικό προσωπικό, καθώς και ο τρόπος αξιολόγησης και πειθαρχικού ελέγχου αυτών.
ΜΕΡΟΣ Ε΄
Γενική Γραμματεία Προστασίας του Πολίτη
Αναβάθμιση και εκσυγχρονισμός της Πολιτικής Προστασίας της Χώρας
Ι. Με το Μέρος Ε΄ του σχεδίου νόμου ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν την οργάνωση, το αντικείμενο και το εύρος των αρμοδιοτήτων της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας (Γ.Γ.Π.Π.). Ειδικότερα η Γ.Γ.Π.Π. προσδιορίζεται ως φορέας: α. προώθησης και συντονισμού των διαδικασιών διαμόρφωσης προτάσεων πολιτικής για τη μείωση του κινδύνου καταστροφών στο πλαίσιο της Εθνικής Πολιτικής για τη μείωση του κινδύνου καταστροφών και του Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας, β. εισήγησης των ανωτέρω στα αρμόδια κυβερνητικά όργανα, γ. σχεδιασμού διαχείρισης του κινδύνου καταστροφών, δ. συντονισμού των δράσεων πολιτικής προστασίας της χώρας, ε. παρακολούθησης και ελέγχου της εφαρμογής των ανωτέρω, με στόχο τη μείωση του κινδύνου καταστροφών και την ενίσχυση των προϋποθέσεων για την αειφόρο ανάπτυξη. Επίσης δίδεται έμφαση στη συνεργασία της Γ.Γ.Π.Π. με τις περιφερειακές και τοπικές μονάδες πολιτικής προστασίας, με τους λοιπούς δημόσιους φορείς και υπηρεσίες και την τοπική αυτοδιοίκηση καθώς και με τους ερευνητικούς και ακαδημαϊκούς φορείς της χώρας με στόχο τον καλύτερο συντονισμό των διαδικασιών που αφορούν το σχεδιασμό και την εφαρμογή των δράσεων πολιτικής προστασίας καθώς και των διαδικασιών παρακολούθησης και ελέγχου της εφαρμογής αυτών. Στο πλαίσιο αυτό αναδεικνύεται το Πυροσβεστικό Σώμα σε επιχειρησιακό βραχίονας της ΓΓΠΠ.
Περαιτέρω, ορίζονται διαδικασίες: α. για τη διαμόρφωση της εθνικής πολιτικής για τη μείωση του κινδύνου καταστροφών σε 5ετή βάση, β. για την κατάρτιση και εφαρμογή 3ετούς Εθνικού Σχεδιασμού πολιτικής προστασίας με τη μορφή επιχειρησιακού προγράμματος βάσει της εθνικής πολιτικής για τη μείωση του κινδύνου καταστροφών, γ. για την κατάρτιση και εφαρμογή του ετήσιου Εθνικού Σχεδιασμού πολιτικής προστασίας στο πλαίσιο του 3-ετούς Εθνικού Σχεδιασμού και δ. για την ανάπτυξη ενός Εθνικού Συστήματος Έγκαιρης Προειδοποίησης.
ΙΙ. Ειδικότερα, οι βασικοί άξονες των προωθούμενων αλλαγών είναι οι ακόλουθοι:
- Η υιοθέτηση λειτουργικής προσέγγισης στην οργάνωση των υπηρεσιακών μονάδων της ΓΓΠΠ και την κατανομή των αντικειμένων τους.
- Η μέγιστη δυνατή αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού.
- Η ευέλικτη δομή με δυνατότητα προσαρμογής σε νέα δεδομένα.
- Ο περιορισμός του αριθμού των οργανικών μονάδων και η μείωση οργανωτικού επιπέδου.
- Η κάλυψη θεσμικών κενών που θα επιτρέψουν στη Γ.Γ.Π.Π. να αξιοποιήσει στο έπακρο τα χρηματοδοτικά εργαλεία που παρέχονται τόσο μέσα από την Ε.Ε. όσο και από διεθνή προγράμματα και συνεργασίες τόσο σε επίπεδο υποδομών και μέσων όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο (ασκήσεις κλπ.).
Επίσης σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή είναι η σύσταση της Εθνικής Σχολής Πολιτικής Προστασίας, η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο της Πυροσβεστικής Ακαδημίας.
ΙΙ. Ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ρυθμίζονται τα ακόλουθα ζητήματα:
Με το άρθρο 105 συμπληρώνεται η αποστολή της Γ.Γ.Π.Π., ώστε να περιλαμβάνει τα θέματα εκτίμησης του κινδύνου καταστροφών και τον έλεγχο της εφαρμογής του σχεδιασμού πολιτικής προστασίας και υπάγεται σε αυτή το Πυροσβεστικό Σώμα το οποίο αναδεικνύεται σε επιχειρησιακό βραχίονα της ΓΓΠΠ.
Με το άρθρο 106 καθορίζεται η νέα διάρθρωση της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, στην οποία ιδρύεται Συντονιστική Αρχή Πολιτικής Προστασίας (Σ.Α.Π.Π.). Η ανωτέρω διάθρωση και δομή εξυπηρετεί την εσωτερική συνοχή των επιχειρησιακών στόχων της κάθε οργανικής μονάδας καθώς και τη συμπληρωματικότητα των στόχων μεταξύ των οργανικών μονάδων για την υλοποίηση της αποστολή της Σ.Α.Π.Π.. Επίσης η υπαγωγή απευθείας στο Συντονιστή Σ.Α.Π.Π. των μονάδων Διεθνούς και Ευρωπαϊκής Συνεργασίας και Διοίκησης και Οργάνωσης, οι οποίες έχουν αντικείμενα με οριζόντιο χαρακτήρα, διευκολύνει την επικοινωνία των σχετικών θεμάτων στις λοιπές μονάδες της Σ.Α.Π.Π., ενισχύει την ενδοϋπηρεσιακή συνεργασία και εξασφαλίζει τη δυνατότητα καλύτερης εποπτείας εκ μέρους του Συντονιστή Σ.Α.Π.Π..
Με την ανωτέρω δομή δίδεται έμφαση σε τρεις κύριους άξονες λειτουργίας:
α. στην παραγωγή τεχνογνωσίας στα θέματα πολιτικής προστασίας και την ενσωμάτωσή της στο σχεδιασμό πολιτικής προστασίας,
β. στην υποστήριξη του στρατηγικού σχεδιασμού για τη μείωση του κινδύνου καταστροφών, την ενσωμάτωσή του στον αναπτυξιακό σχεδιασμό και την καθιέρωση διαδικασιών χρηματοδότησής του μέσω του αναπτυξιακού προγραμματισμού της χώρας και
γ. στην ενδυνάμωση της συνεργασίας μεταξύ της Γ.Γ.Π.Π. και των αποκεντρωμένων, περιφερειακών και τοπικών μονάδων πολιτικής προστασίας με στόχο τη δημιουργία ενός συνεκτικού δικτύου μονάδων πολιτικής προστασίας το οποίο θα βασίζεται στην απρόσκοπτη επικοινωνία και ανταλλαγή πληροφορίας πολιτικής προστασίας με την αξιοποίηση των τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών.
Στο ίδιο άρθρο ρυθμίζεται η μεταφορά στη ΣΑΠΠ του προσωπικού της ΓΓΠΠ που υπηρετεί σε μονάδες της ΓΓΠΠ που καταργούνται καθώς και περαιτέρω θέματα στελέχωσης της ΣΑΠΠ.
Με το άρθρο 107 προσδιορίζεται η αποστολή και οι αρμοδιότητες της Συντονιστικής Αρχής Πολιτικής Προστασίας, και ρυθμίζονται οι όροι κατάρτισης του Οργανισμού της. Ειδικότερα, περιγράφεται η αποστολή της ΣΑΠΠ στο πλαίσιο της αποστολής της ΓΓΠΠ ως αρμόδιας μονάδας για τον συντονισμό των δράσεων για την κατάρτιση και την εφαρμογή του σχεδιασμού πολιτικής προστασίας σε εθνικό επίπεδο, την έρευνα, τη μελέτη και την τεκμηρίωση του ως άνω σχεδιασμού σύμφωνα με τα σύγχρονα επιστημονικά και τεχνολογικά δεδομένα, τη λήψη μέτρων εκτίμησης του κινδύνου, πρόληψης, ετοιμότητας, ενημέρωσης και αντιμετώπισης των φυσικών, τεχνολογικών και λοιπών καταστροφών ή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, την ενημέρωση των πολιτών για τα ζητήματα αυτά, το συντονισμό των δράσεων αποκατάστασης καταστροφών, τον έλεγχο της εφαρμογής των ανωτέρω μέτρων και δράσεων, τη συνεργασία με το Πυροσβεστικό Σώμα, το οποίο αποτελεί τον επιχειρησιακό βραχίονα στη διαχείριση των ως άνω καταστροφών, καθώς και την προώθηση της διεθνούς και ευρωπαϊκής συνεργασίας στη συμμετοχή και υλοποίηση διεθνών και ευρωπαϊκών προγραμμάτων αρμοδιότητάς της και την προώθηση του εθελοντισμού πολιτικής προστασίας της χώρας, με στόχο τη συνολική βελτίωση του επιπέδου προστασίας των πολιτών από καταστροφές, τη μείωση του κινδύνου καταστροφών και τη συμβολή στην αειφόρο ανάπτυξη της χώρας.
Επίσης προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες της Σ.Α.Π.Π. για την υλοποίηση της ως άνω αποστολής, το συντονισμό των υποκείμενων οργανικών μονάδων και την υποστήριξη της λειτουργίας του Ε.Σ.Κ.Ε. του Π.Σ., καθώς και οι αρμοδιότητες του Συντονιστή Πολιτικής Προστασίας.
Με το άρθρο 108 του σχεδίου νόμου καθορίζονται οι καταργούμενες και συγχωνευόμενες δομές της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας
Με το άρθρο 109 επαναπροσδιορίζονται οι αρμοδιότητες της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, ιδίως όπως διαμορφώνονται στο πλαίσιο της θέσπισης της Εθνικής Πολιτικής για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών, του Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας και του Ετήσιου Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας, της υπαγωγής στη Γ.Γ.Π.Π. του Πυροσβεστικού Σώματος και της ίδρυσης στη Σ.Α.Π.Π. του Εθνικού Συστήματος Έγκαιρης Προειδοποίησης. Ειδικότερα, δίδεται έμφαση στη συνεργασία με ερευνητικούς και ακαδημαϊκούς φορείς για την αξιοποίηση των προϊόντων εφαρμοσμένης έρευνας που αφορούν τη διαχείριση του κινδύνου καταστροφών στο σχεδιασμό και την εφαρμογή δράσεων πολιτικής προστασίας αλλά και για την προώθηση της έρευνας προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης νέων συναφών τεχνολογικών προϊόντων και εφαρμογών. Επίσης διατυπώνονται με σαφήνεια αρμοδιότητες της ΣΑΠΠ για την παρακολούθηση και τον έλεγχο της εφαρμογής του σχεδιασμού πολιτικής προστασίας από τους φορείς που είναι αρμόδιοι για την υλοποίηση των επιμέρους μέτρων και δράσεων προκειμένου να διασφαλίζεται η επίτευξη των στόχων του εν λόγω σχεδιασμού. Στο πλαίσιο αυτό, προσδιορίζονται επίσης οι αναγκαίες ενέργειες στις οποίες προβαίνει η ΓΓΠΠ για την εκπλήρωση του σκοπού της.
Με το άρθρο 110 προσδιορίζονται οι αρμοδιότητες των Διευθύνσεων, Τμημάτων και Γραφείων της ΣΑΠΠ. Η κατανομή αντικειμένων και αρμοδιοτήτων σε επίπεδο Διευθύνσεων εξυπηρετεί τη συμπληρωματικότητα των στόχων των δύο Διευθύνσεων για την υλοποίηση της αποστολής της ΣΑΠΠ ενώ η κατανομή των αντικειμένων και των αρμοδιοτήτων σε επίπεδο Τμημάτων εξυπηρετεί την εσωτερική συνοχή των επιχειρησιακών στόχων της κάθε Διεύθυνσης. Επίσης θεσμοθετείται η υποστήριξη του ΕΣΚΕ από τις μονάδες της ΣΑΠΠ.
Με το άρθρο 111 καθορίζεται το δυναμικό και τα μέσα πολιτικής προστασίας και ανάγεται σε πειθαρχικό παράπτωμα η άρνηση του προσωπικού των οικείων φορέων να εκτελέσουν προσηκόντως τα καθήκοντά τους στα πλαίσια του παρόντος σχεδίου νόμου.
Με τα άρθρα 112 και 113 ανασυγκροτούνται η Διυπουργική Επιτροπή Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας και το Κεντρικό Συντονιστικό Όργανο Πολιτικής Προστασίας αντιστοίχως και προσαρμόζονται στις νέες κυβερνητικές και διοικητικές αλλαγές.
Με το άρθρο 114 θεσμοθετείται Εθνική Πολιτική για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών, Εθνικός Σχεδιασμός Πολιτικής Προστασίας και Ετήσιος Εθνικός Σχεδιασμός Πολιτικής Προστασίας. Η Εθνική Πολιτική για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών σχεδιάζεται κάθε πέντε έτη και στοχεύει στην αύξηση του επιπέδου ασφάλειας των πολιτών και στην ενίσχυση της αειφόρου ανάπτυξης της χώρας. Για τη διαμόρφωσή της λαμβάνονται υπόψη η ανάλυση του κινδύνου καταστροφών σε συνάρτηση με τους διαθέσιμους οικονομικούς πόρους, οριζόντιες και τομεακές πολιτικές, ιδίως δε οι πολιτικές για την προστασία του περιβάλλοντος και την κλιματική αλλαγή, την υγεία, την ασφάλεια, την εκπαίδευση και κατάρτιση κ.λπ. και μετέχουν οι δημόσιοι φορείς κατά λόγο αρμοδιότητας, ακαδημαϊκοί και ερευνητικοί φορείς, φορείς του παραγωγικού τομέα και λοιποί φορείς του ιδιωτικού τομέα, εμπλεκόμενοι στη διαχείριση του κινδύνου καταστροφών. Η ως άνω πολιτική ενσωματώνεται στον αναπτυξιακό σχεδιασμό της χώρας και αποτελεί κύριο άξονα αυτού για την επίτευξη της αειφόρου ανάπτυξης. Την πρόταση για την Εθνική Πολιτική για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών εισηγείται η ΓΓΠΠ και εγκρίνεται από τη Διυπουργική Επιτροπή Πολιτικής Προστασίας. Αρμόδια μονάδα της ΓΓΠΠ για την προώθηση και το συντονισμό των διαδικασιών διαμόρφωση της ως άνω πολιτικής είναι η ΣΑΠΠ και η διαδικασία για τη διαμόρφωση και αναθεώρησή της ορίζεται με τον οργανισμό της ΣΑΠΠ. Ο Εθνικός Σχεδιασμός Πολιτικής Προστασίας είναι τριετούς διάρκειας, και περιλαμβάνει το σύνολο των δράσεων πολιτικής προστασίας, σε όλους τους τομείς διαχείρισης του κινδύνου καταστροφών. Η κατάρτιση του Εθνικού Σχεδιασμού πραγματοποιείται βάσει της Εθνικής Πολιτικής για τη Μείωση του Κινδύνου Καταστροφών. Οι σχετικές δράσεις χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό και από πόρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ΓΓΠΠ προωθεί και συντονίζει τις διαδικασίες για την κατάρτιση και έγκριση της πρότασης του τριετούς Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας με τη μορφή Επιχειρησιακού Προγράμματος για την Πολιτική Προστασία. Την πρόταση εισηγείται ο ΓΓΠΠ στο ΚΣΟΠ για περαιτέρω επεξεργασία. Η τελική πρόταση, μετά την ενσωμάτωση των παρατηρήσεων του ΚΣΟΠ, υποβάλλεται από τον ΓΓΠΠ στη Διυπουργική Επιτροπή προς έγκριση.
Στον εγκεκριμένο Εθνικό Σχεδιασμό Πολιτικής Προστασίας ορίζονται οι οικονομικοί πόροι υλοποίησης των σχετικών δράσεων. Στον Εθνικό Σχεδιασμό μετέχουν φορείς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Αρμόδια μονάδα της ΓΓΠΠ για την προώθηση και το συντονισμό των διαδικασιών κατάρτισης του Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας είναι η Σ.Α.Π.Π.. Η διαδικασία και λοιπές λεπτομέρειες για την κατάρτιση της πρότασης, την έγκριση ή την αναθεώρηση του Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας από τη Διυπουργική Επιτροπή ορίζονται με το ΠΔ του οργανισμού της Σ.Α.Π.Π..
Ο Ετήσιος Εθνικός Σχεδιασμός Πολιτικής Προστασίας όπως ορίζεται στο ν. 3013/2002 (εδάφιο α, παρ. 2, άρθρο 4) καταρτίζεται βάσει του τριετούς Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας σε ετήσια βάση από την αρμόδια μονάδα της Γ.Γ.Π.Π. η οποία είναι η Σ.Α.Π.Π. και υποβάλλεται από τον Γ.Γ.Π.Π. στο Κ.Σ.Ο.Π.Π. για έγκριση. Η διαδικασία και οι λοιπές λεπτομέρειες για την κατάρτιση της πρότασης του Ετήσιου Εθνικού Σχεδιασμού προς το Κ.Σ.Ο.Π.Π. ορίζονται με τον οργανισμό της Σ.Α.Π.Π..
Περαιτέρω, στο ίδιο άρθρο προβλέπονται: α. η υποβολή από τον ΓΓΠΠ προς το Κ.Σ.Ο.Π.Π. ετήσιας έκθεσης απολογισμού δράσεων αναφορικά με τα προβλεπόμενα στον «Ετήσιο Εθνικό Σχεδιασμό Πολιτικής Προστασίας» η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά τη διαδικασία αναθεώρησης του «Εθνικού Σχεδιασμού Πολιτικής Προστασίας» και β. η υποβολή από τον ΓΓΠΠ προς τη Διυπουργική Επιτροπή έκθεσης απολογισμού δράσεων αναφορικά με τα προβλεπόμενα στο Εθνικό Σχεδιασμό Πολιτικής Προστασίας η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά τη διαδικασία αναθεώρησης της «Εθνικής Πολιτικής Μείωσης του Κινδύνου Καταστροφών». Η διαδικασία και λοιπές λεπτομέρειες για την κατάρτιση των ανωτέρω εκθέσεων απολογισμού δράσεων ορίζονται με το ΠΔ του οργανισμού της ΣΑΠΠ.
Με το άρθρο 115 ιδρύεται στη ΣΑΠΠ Εθνικό Σύστημα Έγκαιρης Προειδοποίησης με σκοπό τη διασφάλιση της διαλειτουργικότητας όλων των συστημάτων προστασίας των πολιτών από την εκδήλωση καταστροφικών φαινομένων ή συμβάντων, που λειτουργούν σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο και την ένταξή τους σε εθνικό Σχεδιασμό Έγκαιρης Προειδοποίησης, ο οποίος καταρτίζεται κάθε έτος από τη ΣΑΠΠ. Τα θέματα που αφορούν την οργάνωση και λειτουργία του ως άνω συστήματος και κάθε επιμέρους ζήτημα που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή των διατάξεων του εν λόγω άρθρου ρυθμίζονται με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη.
Με το άρθρο 116 ορίζεται ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη αντί του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης ως αρμόδιος να δέχεται τις εισηγήσεις του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας περί κήρυξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης και διάθεσης στους ΟΤΑ κονδυλίων για την υλοποίηση σχεδιασμού και εφαρμογής μέτρων πολιτικής προστασίας και συμπληρώνονται οι αρμοδιότητες του Γενικού Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας.
Με το άρθρο 117 καθορίζεται το ωράριο λειτουργίας των διαφόρων υπηρεσιών της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, τόσο σε καθημερινή βάση όσο και σε περιπτώσεις κινητοποίησης της Πολιτικής Προστασίας.
Με τα άρθρα και 118 και 119 επαναπροσδιορίζεται το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τους Εθελοντές και τις Εθελοντικές Οργανώσεις της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, με γνώμονα την ενσωμάτωση των πορισμάτων της πρακτικής εμπειρίας, ώστε να υπάρξει η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση του εν λόγω θεσμού. Ειδικότερα, ορίζονται καταρχήν οι βασικές έννοιες που χαρακτηρίζουν το Σύστημα Εθελοντισμού Πολιτικής Προστασίας, προβλέπονται οι κατηγορίες, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία ένταξης των Ειδικευμένων Εθελοντών και των Εθελοντικών Οργανώσεων υπό τη σκέπη της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας. Στη συνέχεια, προβλέπονται τα σχετικά με την εκπαίδευση των Εθελοντών Πολιτικής Προστασίας ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή τους σε επιχειρήσεις τακτικού επιπέδου και η οποία πραγματοποιείται κυρίως από την Εθνική Σχολή Πολιτικής Προστασίας της Πυροσβεστικής Ακαδημίας ή από συνεργαζόμενους με αυτήν αρμόδιους κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς, Πανεπιστήμια, Τ.Ε.Ι., που έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν εκπαίδευση σχετική με τους τομείς δράσης της Πολιτικής Προστασίας. Επιπρόσθετα, περιγράφεται με λεπτομέρεια ο τρόπος, το πλαίσιο και το εύρος επιχειρησιακής εμπλοκής, η αρμοδιότητα κινητοποίησης και ο συντονισμός των Εθελοντών, ως φορέων Πολιτικής Προστασίας της Χώρας. Γίνεται, επίσης, αναφορά στην αρμοδιότητα περί της εποπτείας και αξιολόγησης της επιχειρησιακής δράσης των Εθελοντικών Οργανώσεων και των Ειδικευμένων Εθελοντών καθώς και στα σχετικά με τη στολή, τα διακριτικά και το ατομικό δελτίο αυτών. Στην εν λόγω προτεινόμενη διάταξη ρυθμίζονται, ακόμη, θέματα ηθικών αμοιβών και κυρώσεων των Εθελοντών για εξαιρετικές πράξεις, υπερβαίνουσες το μέτρο εκτέλεσης των καθηκόντων τους και για μη ανταπόκριση ή πλημμελή εκτέλεση υποχρεώσεων εκ μέρους Εθελοντικών Οργανώσεων ή Ειδικευμένων Εθελοντών της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας, αντίστοιχα. Τέλος, με το προτεινόμενο άρθρο ρυθμίζεται το ζήτημα της ασφαλιστικής κάλυψης και αστικής ευθύνης των Εθελοντών Πολιτικής Προστασίας, που αποτελεί για χρόνια αίτημά τους καθώς και η εξασφάλιση διαθεσιμότητας αυτών που είναι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, κρατικών ΝΠΙΔ ή του ιδιωτικού τομέα, για όσο χρόνο μετέχουν υπό την ανωτέρω ιδιότητα στην αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, εφόσον κληθούν από τους αρμόδιους φορείς να συμμετέχουν και των σχετικών υποχρεώσεων των εργοδοτών τους, όπως επίσης και η οικονομική ενίσχυσή τους από πόρους του ετήσιου προϋπολογισμού της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας.
Με το άρθρο 120 του σχεδίου νόμου θεσπίζονται μεταβατικές ρυθμίσεις.
ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄
Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσφύγων – Τροποποιήσεις του ν. 3907/2011
Με το Μέρος ΣΤ΄ του σχεδίου νόμου ρυθμίζονται ζητήματα που αφορούν στην περιέλευση της διαχείρισης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσφύγων, το οποίο έχει συσταθεί βάσει της απόφασης 573/2007/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσφύγων ως μέρος του Γενικού Προγράμματος «Αλληλεγγύη και Διαχείριση των Μεταναστευτικών Ροών», στην Υπηρεσία Διαχείρισης Ευρωπαϊκών και Αναπτυξιακών Προγραμμάτων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, η οποία ορίζεται πλέον ως υπεύθυνη εθνική αρχή, ενώ επέρχονται περαιτέρω τροποποιήσεις στον ν. 3907/2011, ιδίως προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης οργανωτικών και λειτουργικών ζητημάτων που αφορούν την Υπηρεσία Ασύλου, την Αρχή Προσφυγών και την Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής. Ειδικότερα:
Με το άρθρο 121 ορίζεται ως υπεύθυνη εθνική αρχή για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσφύγων η Υπηρεσία Διαχείρισης Ευρωπαϊκών και Αναπτυξιακών Προγραμμάτων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, στην οποία συστήνεται Τμήμα Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσφύγων, αποτελούμενο από τα Γραφεία α) Προγραμματισμού και Αξιολόγησης και β) Παρακολούθησης και Επαληθεύσεων. Επίσης, ρυθμίζονται θέματα στελέχωσης του Τμήματος Ταμείου Προσφύγων της Υπηρεσίας Ευρωπαϊκών και Αναπτυξιακών Προγραμμάτων των Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη με απόσπαση προσωπικού από το Τμήμα Προσφύγων και Αιτούντων Άσυλο της Διεύθυνσης Κοινωνικής Αντίληψης και Αλληλεγγύης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, εφόσον απαιτηθεί.
Με το άρθρο 122 του σχεδίου νόμου ρυθμίζονται ζητήματα αρμοδιότητας της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής. Ειδικότερα:
α) Με την παρ. 1 της προτεινόμενης ρύθμισης θεσπίζεται η δυνατότητα παραχώρησης κατά χρήση δωρεάν κτιρίων του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και κτιρίων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων για την εγκατάσταση των Δομών Φιλοξενίας Αιτούντων Άσυλο και Ευάλωτων Ομάδων και ρυθμίζονται ζητήματα επισκευής και συντήρησης των κτιρίων αυτών.
β) Με τις παρ. 2 και 5 του άρθρου 122 ρυθμίζονται ζητήματα τοποθέτησης προϊσταμένων στα Τμήματα της Κεντρικής Υπηρεσίας της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής και προσωρινής ανάθεσης καθηκόντων προϊσταμένων σε προσωπικό που υπηρετεί με απόσπαση στις Υπηρεσίες Πρώτης Υποδοχής.
γ) Με τις παρ. 3, 4 και 7 συμπληρώνονται οι διατάξεις του π.δ. 102/2012 (Α΄ 169), με σκοπό τη δημιουργία ή αναμόρφωση υπαρχουσών υπηρεσιακών δομών.
δ) Με την παρ. 8 της προτεινόμενης ρύθμισης παρέχεται η δυνατότητα μετακίνησης από περιφερειακή υπηρεσία πρώτης υποδοχής της οποίας αναστέλλεται η λειτουργία των υπαλλήλων της και η μεταφορά της θέσης τους σε άλλη περιφερειακή υπηρεσία πρώτης υποδοχής, αν ο αριθμός των υπηκόων τρίτων χωρών που υπόκεινται σε διαδικασία πρώτης υποδοχής αρμοδιότητάς της παρουσιάζει μείωση τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.
ε) Με την παρ. 9 της προτεινόμενης ρύθμισης τροποποιείται η ισχύουσα διάταξη για τη δέσμευση της δεκαετίας, ώστε να δοθεί η δυνατότητα σε υποψήφιους προς μετάταξη να διανύσουν την υποχρεωτική δεκαετία υπηρέτησης, που προβλέφθηκε κατά το διορισμό τους ή κατά την προηγούμενη μετάταξή τους, στην υπηρεσία μας. Με το ισχύον καθεστώς, παρόλο που οι περιφερειακές μας υπηρεσίες είναι στην παραμεθόριο, δεν παρέχεται αυτή η δυνατότητα, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη μη επαρκή στελέχωση του ΚΕ.Π.Υ. Φυλακίου.
στ) Με την παρ. 10 της προτεινόμενης ρυθμίζονται ζητήματα υπηκόων τρίτων χωρών, οι οποίοι παραμένουν εντός των εγκαταστάσεων του ΚΕ.Π.Υ. και παράδοσης αυτών από το ΚΕ.Π.Υ στην Ελληνική Αστυνομία με σχετικό παραπεμπτικό και προσδιορίζονται οι σχετικές διαδικασίες.
ζ) Με την προτεινόμενη ρύθμιση της παρ. 11 διασφαλίζεται η εναρμόνιση των ρυθμίσεων του ν. 3907/2011 προς τα ρυθμίσεις του π.δ. 113/2013 αναφορικά με την κράτηση ή μη των αιτούντων άσυλο και τις προϋποθέσεις αυτής.
η) Με την παρ. 12 ρυθμίζονται ζητήματα παραμονής υπηκόων τρίτων χωρών στο ΚΕΠΥ και ιδίως η δυνατότητα έκδοσης απόφασης παραπομπής αυτού από τον επικεφαλής του ΚΕ.Π.Υ. με ειδική αιτιολογία.
θ) Με την παρ. 13 αντιμετωπίζεται το φαινόμενο της καταγραφής του υπηκόου τρίτων χωρών, για πρώτη φορά, δύο ή και τρεις φορές από διαφορετικές υπηρεσίες (και να φωτογραφίζεται, δακτυλοσκοπείται κλπ), ενώ σύμφωνα με τον ν. 3907/2011 η μόνη αρμόδια προς τούτο υπηρεσία είναι η Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής. Η ακολουθούμενη έως σήμερα εφαρμογή έχει ως αποτέλεσμα να καταγράφεται ο ίδιος αλλοδαπός με διαφορετικά στοιχεία, να δημιουργούνται διαφορετικοί φάκελοι και να προκαλείται σύγχυση μεταξύ των υπηρεσιών αναφορικά με το πρόσωπο του αλλοδαπού. Επίσης, προκαλεί ιδιαίτερο άχθος στις Αρχές της ΕΛ.ΑΣ.. Η προτεινόμενη διαδικασία έχει ήδη εφαρμοστεί (στη Χίο) με επιτυχία, διευκολύνοντας τόσο το έργο της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής όσο και της ΕΛ.ΑΣ. και συμβάλλοντας καίρια στην αποφυγή διπλοεγγραφών κλπ.
Με το άρθρο 123 συμπληρώνονται σε ενιαίο κείμενο και τροποποιούνται διατάξεις του ν. 3907/2011 «Ίδρυση Υπηρεσίας Ασύλου και Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ "σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη - μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών" και λοιπές διατάξεις», με γνώμονα τις ανάγκες άμεσης λειτουργίας τους, σε εκπλήρωση των σχετικών ευρωπαϊκών δεσμεύσεων της χώρας. Η λειτουργία των νέων υπηρεσιών προτάσσεται ως κατεπείγουσα προτεραιότητα από την Κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή λόγω των δεσμεύσεων και υποχρεώσεων που έχει αναλάβει η χώρα μας. Ειδικότερα:
α) Με τις παρ. 1, 2, 3 και 4 και 15 ρυθμίζονται επείγοντα ζητήματα στελέχωσης της Υπηρεσίας Ασύλου, της Αρχής Προσφυγών και της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής.
β) Με την παρ. 5 ορίζεται ότι η θητεία των τριμελών Επιτροπών Προσφυγών της, αμέσως υπαγόμενης στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, Αρχής Προσφυγών είναι ετήσια, με δυνατότητα ανανέωσης και καθορίζεται η σύνθεσή τους και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών της, προς την κατεύθυνση της διευκόλυνσης της καλύτερης και ταχύτερης λειτουργίας τους.
γ) Με την παρ. 6 ρυθμίζονται υπηρεσιακά και λειτουργικά ζητήματα της Υπηρεσίας Ασύλου και της Αρχής Προσφυγών (τύπος άδειας διαμονής δικαιούχων διεθνούς προστασίας, αποδοχή δωρεών κλπ).
δ) Με τις παρ. 7 και 8 και 9 επικαιροποιείται και συμπληρώνεται το θεσμικό πλαίσιο που αφορά την ίδρυση, αποστολή και συγκρότηση της Υπηρεσίας Πρώτης Υποδοχής, ενώ, με τις παρ. 10, 11 και 12, ρυθμίζονται θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των Κέντρων ή Μονάδων Πρώτης Υποδοχής, όπως η εξεύρεση υφιστάμενων ή η ανέγερση νέων κτιριακών εγκαταστάσεων, η ταχεία εκτέλεση των αναγκαίων έργων υποδομής κλπ.
ε) Με την παρ. 12 θεσπίζονται ρυθμίσεις για τους επικεφαλής των Κέντρων και των Μονάδων Πρώτης Υποδοχής.
στ) Με την παρ. 13 ορίζεται η 24ωρη λειτουργία των ΚΕ.Π.Υ..
ζ) Με την παρ. 14 ορίζεται ότι για τη λειτουργία των κλιμακίων ιατρικού ελέγχου και ψυχοκοινωνικής μέριμνας τα Κέντρα Πρώτης Υποδοχής δύνανται να διαθέτουν ασθενοφόρα, για τα οποία χορηγείται άδεια κυκλοφορίας από το αρμόδιο Υπουργείο κατόπιν βεβαίωσης καταλληλότητας του Ε.Κ.Α.Β..
Με το άρθρο 124 προτείνεται η ακόλουθη ρύθμιση: η καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής, της φοροδιαφυγής και της αδήλωτης εργασίας από υπηκόους τρίτων χωρών που εργάζονται στη χώρα, συχνά χωρίς να διαθέτουν καν άδεια διαμονής, καθώς επίσης η ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης, προϋποθέτουν την τήρηση διαδικασίας ελέγχου της αποστολής χρηματικών εμβασμάτων στο εξωτερικό μέσω πιστωτικών ιδρυμάτων ή άλλων επιχειρήσεων που διενεργούν ή διαμεσολαβούν στις συναλλαγές αυτές. Με την παρούσα ρύθμιση προτείνεται η διενέργεια των συναλλαγών αυτών με την επίδειξη εν ισχύι ταξιδιωτικού εγγράφου και θεώρησης εισόδου ή άδειας διαμονής. Εφόσον το αποστελλόμενο ποσό υπερβαίνει το τεσσαρακονταπλάσιο του κατωτάτου ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη (22,83 € μικτό ημερομίσθιο Χ 40 = 913,20 €) ανά μήνα απαιτείται επιπλέον η τήρηση όλων των μέτρων συνήθους δέουσας επιμέλειας του άρθρο 13 ν.3691/2008 (Α’ 166) «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις». Περαιτέρω, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στις συναλλαγές αυτές οφείλουν να τηρούν στοιχεία που διευκολύνουν την εφαρμογή της προτεινόμενης ρύθμισης, σε περίπτωση δε που δεν πληρούνται οι όροι αυτής, να μην διενεργούν την αιτούμενη συναλλαγή. Σε περίπτωση παράβασης των ανωτέρω μέτρων από τα υπόχρεα πρόσωπα, προτείνονται ποινικές και διοικητικές κυρώσεις.
Με το άρθρο 125 εισάγεται εξαίρεση από το οριζόμενο στην παράγραφο 3 του άρθρου 2 του ν. 2685/1999 (Α΄ 35) ανώτατο όριο των εκτός έδρας μετακινήσεων κατ’ έτος και κατά μήνα για τους υπαλλήλους των Υπηρεσιών Πρώτης Υποδοχής και Ασύλου του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, λόγω της φύσης της απασχόλησής τους (παρ. 1), προβλέπεται ότι, για τις ανάγκες των φορέων του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, είναι δυνατή η ανάθεση υπηρεσιών, αγαθών, μελετών και έργων και η σύναψη των σχετικών συμβάσεων, στις περιπτώσεις των άρθρων 14 και 15 της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ, όπως ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με το Π.Δ. 60/2007 (Α’ 64) με ειδικούς Κανονισμούς, οι οποίοι εκδίδονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη και ρυθμίζουν τη διαδικασία, τα όργανα, τους όρους και τις σχετικές προϋποθέσεις (παρ. 2) και θεσπίζονται διατάξεις για την κάλυψη τρεχουσών αναγκών λειτουργίας των Κέντρων ή Μονάδων Πρώτης Υποδοχής (παρ. 3).
ΜΕΡΟΣ Ζ΄
ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ-ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ
Με το άρθρο 126 του σχεδίου νόμου ορίζεται ότι, από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταργείται κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη, κατά το μέρος που αντίκειται στις διατάξεις αυτού ή κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν.
Με το άρθρο 127 του σχεδίου νόμου ορίζεται η έναρξη ισχύος του από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, με την επιφύλαξη ειδικότερων ρυθμίσεων.
Πηγή: bloko.gr
Δημοσίευση σχολίουDefault CommentsFacebook Comments